Φιλοσοφία για χρoνιάρες μέρες ..

Σάββατο, Δεκέμβριος 27, 2008

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ

Αλλες χρονιές, έγραφα συνήθως μια μικρή γιορταστική αφιέρωση γι αυτές τις μέρες. Ομως φέτος, λίγο μια βρογχίτιδα που με ταλαιπώρησε με δεκαπέντε μέρες αντιβίωση, λίγο η πίκα που μου κλείσανε κατάμουτρα την πόρτα στο «τηλεκαφενείο» που σύχναζα επειδή είχα το θράσος να μη συμφωνήσω με τις απόψεις του «τηλεκαφετζή» και των δικών του γύρω από το φλέγον θέμα της περιποίησης των γεννητικών οργάνων άλλων λαών (όλα τάχε η Μαριωρή .. ) δε μπόρεσα να βρω κάτι καινούριο για την περίπτωση …

Κι επειδή, ως γνωστόν, «αλίμονός του απού δεν έχει νύχια να ξυστεί», είπα να γυρίσω στο μπλογκο – καλυβάκι μου που τόχα παραιτημένο από το καλοκαίρι και ν’ αρχίσω να ψάχνω παλιά νάκλια, μπας και βρω κανένα να μου δώσει την έμπνευση που μούπνιγαν αρρώστια κι άδικη κενωνία ..

Κι εκεί που έψαχνα, έπεσα σ’ ένα ξεχασμένο διήγημα, πούχα αναδημοσιεύσει άλλοτε, σ’ άλλο φόρουμ.

Και το ξαναδιάβασα …

Κι αυτό που (ξανα)διάβασα, σας το μεταφέρω παρά κάτω. Γιατί, φίλοι μου, δε θα τολμούσα να του αλλάξω ούτ’ ένα κόμμα κι ας πέρασε καιρός από τότε. Το ίδιο ταρακούνημα μούφερε σαν και την πρώτη φορά, τις ίδιες σκέψεις γέννησε στο μυαλό μου.

————————————————

Α/Α: 1327318

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – Εντυπο: 9

Ημ/νία: 07/12/2005

Σελίδα: 21,22

ΔΙΗΓΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Ο ΡΙΤΣΑΡΝΤ & Η ΕΞΟΔΟΣ

Του Frank Roger Μετάφραση:Π. Κούστας & Χ. Καρακούδα*Εικονογράφηση:Σταύρος Ντίλιος

Ο Ρίτσαρντ άνοιξε τα μάτια του με δυσκολία και περίμενε λίγο μέχρι να μπορέσει να δει καθαρά. Κάθε φορά που ξυπνούσε από τον απογευματινό του υπνάκο, του χρειαζόταν περισσότερος χρόνος μέχρι να ξεθολώσουν τα μάτια του και να καθαρίσει το οπτικό του πεδίο. Αλλά και ο ύπνος του κρατούσε περισσότερο. Ισως αυτό να ήταν μια ικανοποιητική εξήγηση για τα θολωμένα του μάτια.

Βόγκηξε, αναστέναξε κι ανασηκώθηκε στο αγαπημένο του παγκάκι, που βρισκόταν στο πιο απόμερο τμήμα του πάρκου και γι’ αυτό ο Ρίτσαρντ το προτιμούσε. Τα μαγκωμένα από τα αρθριτικά πόδια του περισσότερο εμπόδιζαν τις κινήσεις του, παρά τις βοηθούσαν. Σηκώθηκε αργά και περπάτησε πάνω στο στρωμένο με χαλίκι μονοπάτι που διέσχιζε το πάρκο. Ενιωσε τα μάγουλά του να φλογίζονται από την προσπάθεια. Αν και ο μαλακός σεπτεμβριάτικος ήλιος δεν ήταν ιδιαίτερα ζεστός, ο Ρίτσαρντ σκέφτηκε πως θα ήταν καλύτερα να μπει κάπου που θα ήταν πιο δροσερά, κατά προτίμηση στα «Χρυσά Γηρατειά», την παμπ όπου συναντούσε τον Χάρι κι ένα τσούρμο από άλλους φίλους του, όλους ανθρώπους της ηλικίας του. Σύχναζαν εκεί, αλλά ο Ρίτσαρντ είχε να τους δει αρκετές μέρες. Τώρα που το σκεφτόταν, ούτε τον Χάρι είχε δει. Αυτό ήταν παράξενο, αλλά δεν μπορούσε να κατηγορήσει μόνο τον Χάρι γι’αυτό. Κι αυτός δεν είχε βγει από το σπίτι του τις τελευταίες μέρες, γιατί δεν ήταν καλά. Το κρύωμα δεν του είχε περάσει ακόμα κι εξακολουθούσε να αισθάνεται ένα βουβό, παλλόμενο πόνο στο χέρι του. Είχε χτυπήσει άσχημα τα δάχτυλά του πριν από λίγες μέρες ενώ επιδιόρθωνε κάτι. Τωρα ένιωθε την ανάγκη να ξαναδεί τον παλιόφιλό του. Αλήθεια, πόσες μέρες είχε να τον δει; Μερικές φορές είχε την αίσθηση πως η μνήμη του δεν λειτουργούσε πια όπως παλιά.

Είχε φτάσει στην παμπ και η ανάσα του έβγαινε με δυσκολία. Εβηξε μερικές φορές και χρειάστηκε να ακουμπήσει για λίγο στον τοίχο για να ξεπεράσει τη δύσπνοια. Μόλις ξαναβρήκε την ανάσα του ένιωσε έτοιμος αν απευθυνθεί στον αυτόματο πορτιέρη.

«Ρίτσαρντ Χέλντερμαν», είπε κι έμεινε έκπληκτος από το βραχνό ψίθυρο που βγήκε από το στόμα του. Με δυσκολία αναγνώριζε τη φωνή του.

«Το φωνητικό σας δείγμα δεν ανταποκρίνεται στο πρότυπο που έχει καταχωριστεί για το άτομο που μόλις αναφέρατε», είπε η τυπική φωνή του αυτόματου πορτιέρη. «Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να σας επιτρέψω την είσοδο. Μόνο καταχωρισμένοι πελάτες μπορούν να εισέλθουν στα «Χρυσά Γηρατειά» και να απολαύσουν τις υπηρεσίες τους. Ελπίζω πως καταλαβαίνετε».

Ο Ρίτσαρντ βλαστήμησε το κρύωμα και γενικότερα την κακή του υγεία. Γιατί του συνέβαινε αυτό; Η ζωή του ήταν έτσι κι αλλιώς αρκετά δύσκολη. Το τελευταίο πράγμα που του χρειαζόταν ήταν να μην τον αναγνωρίζει ο αυτόματος πορτιέρης…

Προσπάθησε να αποδείξει ακόμα μία φορά φωνητικά την ταυτότητά του, αλλά το μόνο αποτέλεσμα ήταν ένας σφοδρός βήχας. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Δεν προβλεπόταν μια διαδικασία παράκαμψης του πορτιέρη σε περίπτωση δυσλειτουργίας και απόρριψης του φωνητικού δείγματος, όπως συνέβαινε τώρα με αυτόν; Η απάντηση άργησε αρκετά μέχρι να αναδυθεί στην επιφάνεια της θολωμένης του συνείδησης.

Ναι, ναι, πραγματικά υπήρχαν εφεδρικά συστήματα. Ηξεραν πως η τεχνολογία μπορεί να αποτύχει και ότι αυτό δεν έπρεπε να γίνει εις βάρος του πελάτη. Αυτό θα ήταν ανεπίτρεπτο. Τι ήταν, λοιπόν, αυτό που είχαν εγκαταστήσει; Μήπως ήταν το παλιό σύστημα, αυτό που ήταν σε χρήση πριν από αυτή την ανοησία με την αναγνώριση φωνής, που ποτέ δεν συμπάθησε; Ναι, αυτό ήταν. Επρεπε να βάλεις την ταυτότητά σου σε μια σχισμή και να πληκτρολογήσεις έναν αριθμό που γνώριζες μόνο εσύ. Είχαν προνοήσει να κρατήσουν το παλιό σύστημα ως εφεδρικό για περίπτωση ανάγκης. Μπράβο, μάγκες, σωστή η σκέψη σας!

Εψαξε πυρετωδώς τις τσέπες του, έλεγξε το πορτοφόλι του. Ο επίδεσμος στο χέρι του τον ενοχλούσε. Του πήρε λίγο χρόνο να βρει την ταυτότητα του. Πότε ήταν η τελευταία φορά που την είχε χρησιμοποιήσει; Τώρα έπρεπε να βρει τη σχισμή. Με μισόκλειστα μάτια έψαξε ολόκληρη την είσοδο των «Χρυσών Γηρατειών». Α, να τη επιτέλους. Καλύτερα να έδινε σε αυτό όλη του την προσοχή. Αφού πρώτα βεβαιώθηκε ότι κρατούσε την πλαστική μαγνητική ταυτότητά του από τη σωστή πλευρά, την έβαλε στην υποδοχή. Χρειάστηκε τρομερή προσπάθεια για να κρατήσει σταθερό το τρεμάμενό του χέρι.

«Η κάρτα σας είναι ακόμα έγκυρη», είπε ο αυτόματος πορτιέρης. «Παρακαλώ πληκτρολογήστε το μυστικό σας αριθμό, ως απόδειξη ότι είστε ο νόμιμος ιδιοκτήτης αυτής της ταυτότητας». Με ένα ελαφρό βούισμα ένα παραπέτασμα τραβήχτηκε στο πλάι και εμφανίστηκε ένα πληκτρολόγιο. Ο Ρίτσαρντ άπλωσε τον τρεμάμενό του δείκτη. Ο μυστικός του αριθμός. Επρεπε να τον θυμηθεί. Ενιωσε τα μάγουλά του να κοκκινίζουν από την προσπάθεια. Ενας κωδικός τεσσάρων αριθμών. Ποιοι ήταν όμως; Είχε τόσο πολύ καιρό να τους χρειαστεί…

Και η μνήμη του τελευταία είχε την τάση να τον εγκαταλείπει τις πιο σημαντικές στιγμές. Τράβηξε το χέρι του από το πληκτρολόγιο, το έσφιξε σε μια γροθιά -όσο του το επέτρεπε ο επίδεσμος- και αναστέναξε. Το παραπέτασμα ξαναγλίστρησε στη θέση του.

«Χωρίς το μυστικό σας κωδικό», είπε ξανά η φωνή του αυτόματου πορτιέρη, «η χρήση της κάρτας σας είναι απαγορευμένη. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να σας επιτρέψω την είσοδο. Ελπίζω πως καταλαβαίνετε».

Ο Ρίτσαρντ ζάρωσε νιώθοντας αδυναμία και οργή, αλλά ο αυτόματος πορτιέρης συνέχισε. «Για την περίπτωση που αδυνατείτε να παρουσιάσετε το μυστικό κωδικό σας λόγω συνθηκών που υπερβαίνουν τη θέλησή σας, μπορείτε να αποδείξετε την ταυτότητά σας ακουμπώντας τον αντίχειρα του δεξιού σας χεριού στην αναλάμπουσα επιφάνεια που πρόκειται να εμφανιστεί. Τα δακτυλικά αποτυπώματα των μόνιμων πελατών μας έχουν καταχωριστεί στη βάση δεδομένων της επιχείρησης». Ενα άλλο παραπέτασμα σύρθηκε στο πλάι και ο Ρίτσαρντ είδε την επιφάνεια να αναβοσβήνει. Ενα κύμα απελπισίας τον κατέκλυσε καθώς είδε τον αντίχειρά του τυλιγμένο στον επίδεσμο που κάλυπτε ολόκληρο το δεξί του χέρι μέχρι τον καρπό. Τι τον είχε πιάσει αν επισκευάσει εκείνο το μαραφέτι προχθές; Είχε χτυπήσει άσχημα και τώρα όχι μόνο πονούσε, αλλά δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει και τον αντίχειρα που χρειαζόταν.

«Κι αν βγάλω τον επίδεσμο και το προσπαθήσω;», σκέφτηκε. Αλλά υπήρχε πηγμένο αίμα στο δάχτυλό του, δεν θα εμπόδιζε αυτό το μηχάνημα να αναγνωρίσει το αποτύπωμα; Δεν είχε ήδη αποτύχει να αναγνωρίσει τη φωνή του; Καθώς ακόμα το σκεφτόταν, το παραπέτασμα γλίστρησε ξανά στη θέση του. Η απόφαση είχε παρθεί από κάποιον άλλο, δεν ήταν πια στο χέρι του. «Λυπάμαι», είπε η αυτόματη φωνή, «αλλά δεν μπορώ να σας επιτρέψω την είσοδο. Ελπίζω πως καταλαβαίνετε».

Ο Ρίτσαρντ γύρισε την πλάτη του στα «Χρυσά Γηρατειά». Εκλαψε με λυγμούς από την οργή και την απογοήτευσή του. Επειτα συμμάζεψε ότι είχε απομείνει από το κουράγιο του παίρνοντας βαθιές ανάσες. Αυτό τον οδήγησε σε μία ακόμα κρίση βήχα. Ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο και έμεινε για λίγο εκει μέχρι να του περάσει. Οταν συνήλθε, αποφάσισε να πάει σπίτι του. Δεν είχε πια τη διάθεση να κάνει κάτι άλλο.

Μόνο για μια στιγμή του πέρασε από το μυαλό να πάρει τον υπόγειο, αλλά αμέσως απέρριψε αυτή την ιδέα. Δεν έμενε άλλωστε πολύ μακριά. Μάλλον θα τα κατάφερνε να πάει ώς το σπίτι με τα πόδια. Αυτό που αληθινά τον κρατούσε μακριά από τον υπόγειο ήταν οι συμμορίες ανηλίκων που φοβόταν ότι θα συναντούσε. Θα τον πείραζαν και πάλι και θα του φώναζαν δυσάρεστα πράγματα, μπορεί ακόμα και να τον απειλούσαν. Κι αυτή η προοπτική τον έκανε να αποφεύγει όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς, ακόμα κι αν αυτό απαιτούσε μια σχεδόν εξαντλητική φυσική προσπάθεια.

Αν ήσουν ηλικιωμένος ο κόσμος δεν σε αντιμετώπιζε πια με σεβασμό. Οι ηλικιωμένοι ήταν πια πάρα πολλοί και είχαν γίνει ένας οικονομικός βραχνάς για τους -συγκριτικά πολύ λιγότερους- εργαζομένους που όφειλαν να τους συντηρήσουν, αν και οι συντάξεις είχαν κατά πολύ μειωθεί. Πώς αποκαλούσαν, επίσημα πια, τους ηλικιωμένους; «Μη παραγωγικούς κερδοσκόπους» ή κάτι παρόμοιο; Ο Ρίτσαρντ είχε σταματήσει πια να διαβάζει εφημερίδες ή να βλέπει τηλεόραση για να μην έρχεται αντιμέτωπος μ’ αυτές τις προσβολές. Ακριβώς το ίδιο έκαναν κι όλοι οι φίλοι του. Ομως δεν ήταν το ίδιο εύκολο να αγνοήσουν το «Μέτωπο των Νέων Ενάντια στη Γήρανση» καθώς και τις υπόλοιπες οργανώσεις που ήταν δομημένες πάνω σε παραστρατιωτικά τραμπούκια μοντέλα.

Αργά, άρχισε να προχωρά προς το σπίτι του. Προς μεγάλη του ανακούφιση δεν συνάντησε σοβαρά προβλήματα. Μόνο μια ομάδα από παιδιά που του φώναξαν μερικές ασχήμιες και του πέταξαν μικρές πέτρες, αλλά αυτό δεν ήταν σπουδαίο. Ηταν πολύ μικρά, σχεδόν πιτσιρίκια. Θα ήταν πολύ χειρότερα αν έπεφτε πάνω σε μια οργανωμένη συμμορία εφήβων. Οι έφηβοι ήταν θερμοκέφαλοι, ενθουσιάζονταν εύκολα και το ίδιο εύκολα παρασύρονταν σε ακρότητες. Ευχόταν να μην τους συναντούσε ποτέ του. Είχε ακούσει ιστορίες γι’ αυτούς που του ανέβαζαν την πίεση.

Με απίστευτη ανακούφιση έφτασε ασφαλής στο κτίριο που νοίκιαζε το φτωχικό του διαμέρισμα. «Είμαι ο Ρίτσαρντ Χέλντεμαν», είπε πνιχτά και μετά ξέσπασε σε μια κρίση βήχα που σχεδόν του ξέσκισε τα πνευμόνια. Ο περίπατος είχε το κόστος του. Βήχοντας άγρια, περίμενε να ανοίξει η εξώπορτα. Κάθε ανάσα του ήταν ένα μαρτύριο. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του. Εκνευρίστηκε γιατί η πόρτα δεν άνοιξε αμέσως όπως έπρεπε.

Κι έπειτα άκουσε:

«Το φωνητικό σας δείγμα δεν ανταποκρίνεται με το αρχείο του προσώπου που μόλις αναφέρατε. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να σας επιτρέψω την είσοδο σε αυτό το κτίριο κατοικιών. Μόνο καταχωρισμένοι ένοικοι μπορούν να εισέλθουν. Ελπίζω πως καταλαβαίνετε».

Η πόρτα παρέμεινε κλειστή. Ο Ρίτσαρντ ξεροκατάπιε. Εψαξε την τσέπη όπου ήξερε πως είχε την ταυτότητά του, αλλά αμέσως συνειδητοποίησε τη ματαιότητα της πράξης του. Δεν θα θυμόταν ποτέ τον κωδικό κι ο αντίχειράς του ήταν χτυπημένος. Θα περιμένω να ανοίξει η πόρτα για κάποιον άλλο και θα γλιστρήσω κρυφά μέσα, σκέφτηκε, αν και ήξερε πως το υπολογιστικό σύστημα της πόρτας δεν υπήρχε περίπτωση να μπερδευτεί από ένα τόσο απλό τέχνασμα. Υπήρχαν πολλές γραμμές άμυνας με στόχο να προστατέψουν τους ενοίκους από τους κλέφτες και τους ανεπιθύμητους επισκέπτες.

Επρεπε να έχω μείνει μέσα μια – δυο μέρες ακόμα, σκέφτηκε. Κλειδώθηκα έξω από μόνος μου. Οχι, όχι, βιάστηκε να διορθώσει τον εαυτό του. Δεν το έκανα εγώ. Φυσικά και δεν το έκανα εγώ. Αυτοί, αυτοί με πέταξαν έξω, αυτοί μου έδειξαν την πόρτα της εξόδου. Εγώ απλώς τους έδωσα αυτό που χρειάζονταν, την ελάχιστη ευκαιρία να με ξεφορτωθούν με τον πιο διακριτικό τρόπο. Κι έτσι απαλλάσσονται από ακόμα έναν ενοχλητικό γέρο. Πανέξυπνο!

Θα έπρεπε να το πει στον Χάρι και τους άλλους την επόμενη φορά που θα τους συναντούσε. Επρεπε οπωσδήποτε να τους το πει, έπρεπε να τους βρει και να τους πει πως σε λίγο θα εξαφανίζονταν ένας ένας, γιατί δεν θα μπορούσαν να μπουν πουθενά, ακριβώς όπως συνέβαινε τώρα στον ίδιο.

«Ω», είπε, «νομίζω πως τώρα μόλις άρχισα να καταλαβαίνω».

——————————–

Το διήγημα του Βέλγου Frank Roger «Richard and the Exit» πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Homnisoit αρ. 2 το 1994. Στο «9» έχουν δημοσιευτεί επίσης τα διηγήματά του «Πεδίο Βολής Γη» και «Μεσσίας» (τ. 157), «Τζιχάντ» (τ. 164, 165), «η Τέχνη του Πολέμου» (τ. 231, 232), «Ανίερο Δισκοπότηρο» (τ. 245, 246), «Θα σε δω στο…» (τ. 265) «Κρύο Μπάρμπεκιου» (τ. 276).

————————————–

Αλήθεια, πόση σχέση νάχει, άραγε, η ζωή του Ρίτσαρντ με το Θεό της Αγάπης που γεννιέται ; Με τις χρονιάρες μέρες που περνάμε ; Με το παρόν και το μέλλον μας ; Με την εξέλιξη της ζωής, σε κάθε καινούριο χρόνο που περνά, μέσα σ’ αυτή την εποχή που ζούμε ; Δεν το ξέρω. Για να σας πω την αλήθεια, δεν θέλω καν να το σκεφτώ. Βρέστε τα εσείς. Εγώ το διάβασα κι έμεινα, άλλη μια φορά, αποσβολωμένος. Με το στόμα ανοιχτό και το μυαλό κουρκούτι. Γιατί φίλοι μου, δεν είμαι καθόλου βέβαιος πως η «επιστημονική φαντασία» του, μας είναι και τόσο μακρινή …

Καλες Γιορτες


Advertisements