Ψάρια και ψαράδες …

ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ

ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ

Κάμποσες φορές χαιρετιστήκαμε. Εκείνος, κοντόχοντρος, μ’ ένα πάνινο καπέλο ως τ’ αυτιά, κοντό πανταλόνι, χρωματιστό μπλουζάκι κι ένα κοντό ψαράδικο καλάμι, έχει τη φήμη του αδυσώπητου ψαρά. Δεν ξέρω τι διάολο δόλωμα έχει, δεν αφήνει ψάρι να του ξεφύγει. Οταν εμείς οι άλλοι, ερασιτέχνες όλοι του καλοκαιριού, ανεβοκατεβάζουμε το μόλο και τα καλάμια μας, περιμένοντας με τις ώρες να τσιμπήσει κάνας γοβιός …

Πάνω στη χαιρετούρα, που λετε, πιάνουμε και την κουβέντα, από πού είσαι, τι δουλειά κάνεις, πόσα παιδιά έχεις, τέτοια. Δεν υπάρχει συνέλληνας φίλοι μου, που να μην αρχίσει τη γνωριμία μαζί σου μ’ αυτές τις «αθώες» ερωτήσεις.  Κι όταν πια κάπως σπάσει ο πάγος, έρχεται κι η ερώτηση που αποτελεί το κίνητρο της κάθε κοινωνικής γνωριμίας μας : πόσα παίρνεις ; Από κει θα σε κόψει ο άλλος, από την απάντησή σου θα ζυγίσει τι ψάρια πιάνεις και τι βάρος έχεις σε σχέση με το δικό του …

Βέβαια, εκείνος θα φροντίσει ν’ αποφύγει την απάντηση στη δική σου ερώτηση. Αυτό που τον ενδιαφέρει, είναι να μάθει πόσα κερδίζεις εσύ κι όχι να σου ανταποδώσει την ευγένεια. Κι αν τύχει και σε ζυγίσει σαν κι εκείνον ή και καλύτερο, ο πάγος θα σπάσει οριστικά, θα σε ψαρέψει αμέσως για να μάθει από πού «τα παίρνεις», αν είσαι παντρεμένος, χωρισμένος, τι «μέσο» έχεις κι όλες τις άλλες λεπτομέρειες που θα ολοκληρώσουν την εικόνα που τον ενδιαφέρει να σχηματίσει για σένα. Ολα συνηθισμένα πράματα, θα μου πείτε, στα οποία ο φίλος μου ο ψαράς δεν κάνει εξαίρεση. Αφού με «ψάρεψε» καλά – καλά κι έμαθε ακόμα και τ’ όνομα της πεθεράς μου, είπα μέσα  μου δε γίνεται βρε αδερφέ, πρέπει κάτι να ρωτήσω κι εγώ για κείνον. Καλούτσικα τα πήγαμε στην αρχή, μέχρι που φτάσαμε στο «πόσα παίρνεις». Κάτι μου μάσησε από δω, κάτι από κει, είχε χαμηλώσει και τη φωνή γιατί ήξερε πως είμαι βαρήκοος, βιάστηκε να φωνάξει τη γυναίκα του που ψάρευε πιο πέρα, τα μαζέψανε εν τω άμα, μου ευχήθηκαν «καλό μεσημέρι» και φύγανε με τ’ αυτοκίνητο. Μόλις που πρόλαβα να συμπληρώσω το τυπικό εκείνο «τα λεμε αύριο» σε μια τελευταία προσπάθεια να δώσω, έστω και αύριο, κάποια συνέχεια στην κουβέντα μας. Μόνο που να, την άλλη μέρα, στο ίδιο μέρος, ούτε κείνος ούτε η γυναίκα του απάντησαν στην «καλημέρα» μου …

Τους βλέπω κάθε μέρα από τότε. Και να τρακάρουμε, κοιτάνε αλλού … Καλά που φρόντισα να μην τους πω ούτε μιαν αλήθεια !

(πρώτη δημοσίευση : Ιούλιος 2008 )

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: