Ο Σέρβος

ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ

ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ

Πάνε κάτι χρόνια από τότε. Καθόμουν στο πεζοδρόμιο, σε μια καφετέρια, τέρμα Πατησίων, μπροστά σ’ ένα φλιτζάνι καφέ, με το τσιγάρο αναμμένο και το μυαλό αλλού. Ενα τεχνητό τείχος από κάτι γλάστρες με μισομαραμένα δεντράκια μας έδινε την ψευδαίσθηση της απομόνωσης απ’ τη θολούρα ενός πολύβοου δρόμου. Ο σύγχρονος τρόπος της μουσειακής πια αναπαράστασης μιας εποχής, που μας άφησε οριστικά …

Και, ξαφνικά, εκεί που το πνεύμα προσπαθεί μάταια να βρει το μπούσουλα που του ξεφεύγει διαρκώς, το βαλς του Γαλάζιου Δούναβη που βγαίνει από ένα ξεκούρντιστο ακορντεόν, εισβάλει προοδευτικά στ’ αυτιά των λίγων αργόσχολων θαμώνων του πεζοδρομίου. Την πρώτη αυτή αίσθηση που έρχεται να σπάσει την ανιαρή βαβούρα των τροχοφόρων, συμπληρώνει σχεδόν αμέσως η θέα του ακορντεόν που εμφανίζεται από δεξιά, στο άνοιγμα ανάμεσα στις γλάστρες, που χρησιμεύει για πόρτα του εικονικού κήπου μας. Και, πίσω ακριβώς, έρχεται κι ο σαρανταπεντάρης ξανθομουστακαλής οργανοπαίχτης, που τόχει κρεμασμένο στον ώμο σταυρωτά, πασχίζοντας ν’ αρθρώσει τις νότες του με το δεξί, αφού τ’ αριστερό του λείπει απ’ τον ώμο και κάτω. Μια βέρα του λάμπει στον παράμεσο, ενώ ένας ντελικανής γύρω στα δεκαπέντε, αρχίζει να περιφέρει ένα μίζερο τασάκι από τραπέζι σε τραπέζι, δείχνοντας πότε – πότε το μεγάλο χαρτόνι που κρέμεται απ’ το λαιμό του οργανοπαίχτη, δίπλα στ’ ακορντεόν. Απάνω γράφει μια λέξη με μαρκαδόρο : ΣΕΡΒΟΣ …

Οταν έρχονται στο τραπέζι μου, μπροστά το παιδί πίσω εκείνος, μπορεί και νάναι ιδέα μου, αλλά μου φαίνεται πως το βαθύ, υγρό βλέμμα του προσπαθεί μάταια να κρύψει μια θλίψη το ίδιο βαθιά. Δεν μπορώ να ξεκολλήσω το δικό μου από τα μάτια του. Βάζω το χέρι στην τσέπη και ρίχνω στο τασάκι ότι είχα από ψιλά. Ο «Σέρβος», σταματά να κινεί το μοναδικό χέρι του πάνω στα πλήκτρα : χτυπά κάτω τα πόδια, παίρνει τη στάση προσοχής και … με χαιρετά στρατιωτικά ! Τον παίρνει μετά το παιδί αναμάσκαλα και, βαδίζοντας προς τα πίσω, εγκαταλείπουν τον μικρό μας εικονικό παράδεισο, χωρίς να μας δείξουν τα νώτα …

Εμεινα αποσβολωμένος. Το θέαμα και τη συγκίνηση που μου προκάλεσε, δεν θα τα ξεχάσω ποτέ …

Σήμερα το πρωί, βρέθηκα στην ίδια γειτονιά. Το αεράκι που σηκώθηκε από χθες, έχει κάπως μετριάσει τον καύσωνα που, θέλουμε δε θέλουμε, μας λενε να τον αντιμετωπίσουμε αγόγγυστα κι αδιάφορα, μιας και δεν είναι, λεει, τίποτ’ άλλο από ένα φυσικό φαινόμενο μιας εξ ίσου φυσικής «κλιματικής αλλαγής». Ας είναι …

Εχει μεσημεριάσει. Το στομάχι διαμαρτύρεται κι εγώ αρχίζω να ξαναθυμάμαι κείνη την ψησταριά με τα τραπεζάκια κάτω απ’ τα πεύκα. Που την είχε ένας δικός μας και σκότωνε μύγες, αλλά από τότε που την αγόρασαν κάτι οικονομικοί μετανάστες μας, σπάει ταμείο καθημερινά. Κάθομαι σ’ ένα τραπεζάκι κι άθελά μου σκέφτομαι πως, τελικά, μπορεί νάχε δίκιο εκείνος ο πολιτικός μας της εποχής του μικρού Οδυσσέα απ’ την Αλβανία, αν θυμάστε, που ήθελε να «τη σηκώσει» κι εκείνος, σαν ανταμοιβή για τη σχολική του επιμέλεια. Τον πολιτικό μας που, μεταξύ άλλων, είχε πει περίπου πως το μέλλον της Ελλαδίτσας μας, είναι οι … λαθρομετανάστες της …

Ας είναι κι αυτό, παραγγέλνω που λετε κάτι να φαω για μεσημέρι. Κάνω ν’ ανάψω τσιγάρο περιμένοντας. Το πακέτο είναι άδειο. Χαράς ευαγγέλια, θα μου πείτε αφού, κατά τα γραφόμενα πάνω του, «το κάπνισμα μπορεί να σκοτώσει» … Σαν γνήσιος Ελληνας που πληρώνω για να πεθάνω, τριγυρίζω το βλέμμα από δω κι από κει, μπας και κανένας θεοσεβούμενος κάνει τα στραβά μάτια και με κεράσει το δηλητήριο που μούλειπε. Οπότε, στο διπλανό τραπέζι, βλέπω να κάθεται ένας μεσόκοπος γκριζομάλλης ξανθομουστακαλής, που διαθέτει πακέτο τσιγάρα ξενικά με σλάβικα γράμματα, που έχουν το πλεονέκτημα να μην καταλαβαίνεις γρι από ότι θέλουνε να πούνε. Εκεί λοιπόν που ξερογλείφομαι, βλέπω πως του μουστακαλή του λείπει τ’ αριστερό χέρι απ’ τον ώμο, ενώ μια χρυσή βέρα του στολίζει τον παράμεσο στο δεξί. Δεν υπάρχει βέβαια λόγος να σας εξηγήσω τους συσχετισμούς που μου περνούν απ’ το μυαλό και που ενισχύονται απ’ το στρατιωτικό παράστημα του ανθρώπου μου. Λίγο μπλοκαρισμένος, δεν τολμώ να ζητήσω τσιγάρο. Είναι και σλάβικα βλέπεις κι εγώ προτιμώ, αν είναι να πεθάνω, να πεθάνω ελληνικά …

Περνάει ο σερβιτόρος, παραγγέλνουμε, του φέρνει ένα μοναδικό καλαμάκι τας κεμπάπ, ένα μικρό ποτήρι μπύρα και μια φετούλα ψωμί. Ο άνθρωπος τελειώνει το λιτό φαγητό του, πλερώνει τρεις κι εξήντα το λογαριασμό, ανασηκώνεται στην καρέκλα του, κάνει το σταυρό του ορθόδοξα σαν τον καθένα μας, ξανακάθεται κι ανάβει τσιγάρο για ν’ αποτελειώσει τη μπύρα του …

Δεν πρόσεξα τι έκανε μετά και πότε έφυγε. Η καρδιά κι η ψυχή μου, είχαν σταματήσει εκεί ….

Αντώνης Χαλεπιανός

(πρώτη δημοσίευση 11/7/2008)

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: