Ημουν εκεί

ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ

Γερμανικός χάρτης από τη μάχη της ΚρήτηςΣτο Βασιλόπουλο, ξημέρωνε μια λαμπρή μαγιάτικη μέρα. Αγουροξυπνημένος ανέβηκα, ξημερώματα, στ’ ανώι του μπάρμπα μου του Θοδωρή ψάχνοντας για το σκύλο. Είχε βρει το μπελά του μαζί μου, γιατί δεν ήθελε να τονε δέσω με το σκοινί, να τονε τραβολογώ ολημερίς στα χωράφια. Κάτω, στις αυλές, στο μαγαζέ, στην τεράστια κουζίνα με το χωματένιο δάπεδο και τα ηράκλεια δοκάρια π’ αναβάσταζαν το δώμα, θειάδες μπαρμπάδες, ξαδέρφια και ξαδέρφες, καταγίνονταν από τα χαράματα. Αλλοι, τραβώντας τα βούγια και το γάιδαρο φορτωμένο με τις τσάπες κι άλλες, τσεμπερωμένες μέχρι τη μύτη για να προστατευτούν από το μαγιάτικο ήλιο, τραβώντας τις προβατίνες π’ ανακάτευαν τα βελάσματά τους με την έντονη μυρωδιά της βερβελίθρας τους, είχαν ήδη φύγει για τα χωράφια …

Το χωριό, ριζωμένο στην πλαγιά μιας κατάξερης χαλέπας, γεμάτη κατσοπρίνια κι αστιβίδες, είχε στα πόδια του τον κάμπο με τ’ αμπελοχώραφα και τις ελιές. Στα διακόσια – τριακόσια μέτρα, στην κορφή τ’ άσπρου λόφου, απέναντι, καταμεσής στον κάμπο, το σύμβολο του χωριού, η εκκλησιά της Παναγιάς. Ζερβά, πίσω από τους χαμηλούς λόφους, στα τρία με τέσσερα χιλιόμετρα, το χωριό του Μάλεμε με τ’ αεροδρόμιο. Και πίσω απ’ τον κάμπο, τ’ άλλα κισσαμίτικα χωριά, Επισκοπή, Καρθιανά, Δελιανά, Σφακοπηγάδι, Μαλάθυρος, Βουλγάρω, Καστέλι …

Στο χωριό, δεν ήταν όπως σήμερα. Κόσμος στερημένος, ο λύχνος με το λάδι φώτιζε τα βράδια τα πέτρινα σπίτια του. Το λιγοστό πόσιμο νερό, τόφερναν οι κοπελιές με τις στάμνες στον ώμο και τη δεξιοτεχνία τ’ αγριοκάτσικου, από την απόκρημνη πηγή πούταν κάνα – δυο χιλιόμετρα μακριά απ’ το χωριό. Κι ένα τσούρμο πιτσιρίκια, μυξωμένα, ξεβράκωτα, ξυπόλυτα, ανακατεύονταν στα σοκάκια με τις λάσπες το χειμώνα και τα χώματα τα καλοκαίρια. Μα ζούσε πραγματικά, ένοιωθες τη ζωή από παντού να σφύζει, όλοι ήσαν μέλη μιας μεγάλης οικογένειας. Μαζί στον πόνο και στη χαρά, ήξερε το ένα σπίτι τι έφαγαν στ’ άλλο το μεσημέρι … Κι εμένα μ’ άρεσε πότε να κλείσει το σχολειό στα Χανιά, να φύγω για τα χωριά των μπαρμπάδων μου. Να πετάξω τα παπούτσια πέρα, να γυρίζω ολημερίς στα χωράφια, μέσα στον ήλιο τον καυτό, να στήνω παγίδες στα πουλιά με τα γειτονόπουλα και τα ξαδέρφια μου και με το σκύλο πούσερνα δεμένο με το σκοινί …

Σήμερα, εξήντα χρόνια μετά, το χωριό είναι πάντα εκεί. Τα σπίτια, αγροικίες μ’ όλες τις ανέσεις. Δεν υπάρχει ένα χωρίς τρεχούμενο νερό κι όλες τις ηλεκτρικές συσκευές που χρειάζεται. Δεν υπάρχει οικογένεια χωρίς τουλάχιστο ένα αυτοκίνητο, εκτός απ’ τ’ αγροτικό. Μα ζώα στους δρόμους δε βλέπεις πια. Ούτε αθρώπους. Εχουν κλειστεί στα σπίτια τους. Τα παιδιά, πάνε κι αυτά. Ενα, το πολύ δυο στο κάθε σπιτικό. Κι ακόμη …

Τις μέρες εκείνες, τα γεγονότα του πολέμου είχαν πάρει τον κατήφορο. Η Κρήτη, είχε μείνει η τελευταία ελεύθερη γωνιά της ελληνικής γης. Σ’ αυτήν, βασιλιάς και κυβέρνηση είχαν βρει προσωρινό καταφύγιο. Οι διαδόσεις, έδιναν κι έπαιρναν. Το κράτος μας, είχε διαλυθεί. Τα σχολειά μας, που είχαν χρησιμοποιηθεί τους προηγούμενους μήνες σαν τόποι συγκέντρωσης Ιταλών αιχμαλώτων από το Αλβανικό μέτωπο, είχαν διακόψει τη λειτουργία τους. Ο φόβος για το χειρότερο, πλανιόταν στον κόσμο. Πολλοί, κι ανάμεσά τους κι εμείς, είχαμε αναζητήσει την ασφάλεια στα χωριά. Κανείς όμως δεν περίμενε το τι μας επιφύλασσε εκείνη η μέρα. Ηταν 20 του Μάη του 1941 …

Κατά τις οχτώ, ο ουρανός πάνω από το Μάλεμε άρχισε να μαυρίζει. Εκατοντάδες αεροπλάνα, σκοτείνιαζαν τον ήλιο με χιλιάδες άσπρα τσεμπέρια πούριχναν από τον ουρανό. Απανωτές εκρήξεις φτάνανε στ’ αυτιά μας κι ο μαύρος καπνός τους σηκώνονταν μέχρι τα σύννεφα. Κανείς, στο χωριό, δεν είχε ξαναδεί παρόμοιο θέαμα. Πετάχτηκαν όλοι στα δώματα και τις ταράτσες, τα σχόλια έτρεχαν πιο γρήγορα κι απ’ τον άνεμο. Μέχρι να συνειδητοποιήσουμε την κατάσταση, τ’ αεροπλάνα βρέθηκαν πάνω από την κεφαλή μας. Ουρλιάζοντας μ’ εκείνες τις απαίσιες σειρήνες τους, μας ανάγκασαν ν’ αδειάσουμε πατείς με πατώ σε τα δώματα και να χωθούμε στα κατώγια. Και μόλις μπήκαμε στη μεγάλη κουζίνα, λες κι η γης ξεσηκώθηκε και μας τύλιξε. Μέσα στ’ ανατριχιαστικό ούρλιασμα του στούκας που βούταγε από ψηλά, δυο απανωτές εκρήξεις μας τύλιξαν σε σωρούς χώματα και σκόνες. Η μια βόμβα είχε πέσει δίπλα, στο σχολειό κι η άλλη, στο κολλητό σπίτι με τ’ ανώι του μπάρμπα μου. Τη μακαρίτισσα τη μάνα μου, την τύλιξε το παλτό πούταν κρεμασμένο στον τοίχο κι έσκουζε και φώναζε, νομίζοντας πως τ’ αεροπλάνο είχε ρίξει δίχτυ να την πιάσει. Στο κάθε σπίτι που πέσανε οι βόμβες, έτυχε νάναι κι από μια νέα γυναίκα εκείνη τη στιγμή. Η μια, στο σχολειό, έμεινε στον τόπο. Οι υπόλοιποι, πήραμε τον κατήφορο και χωθήκαμε κάτω απ’ τις ελιές. Ο πατέρας μου, με τα κατάξανθα σγουρά μαλλιά του ν’ ανεμίζουν στον άνεμο, έρχονταν συρτός απ’ τα χωράφια, κατακίτρινος, να δει τι απογίναμε. Κολλημένοι στους κορμούς των δέντρων, ακούγαμε το σκούξιμο της άλλης, πληγωμένης γυναίκας, στο κατώι του μπάρμπα μου. Οι άντρες προσπαθούσαν να πάνε να βοηθήσουν. Μα τα στούκας ούρλιαζαν συνεχώς κι σφαίρες των πολυβόλων τους καρφώνονταν στους κορμούς κι έκαναν τα φύλλα να πέφτουν βροχή από πάνω μας. Γίναμε ένα με το χώμα. Μια κοπελιά δεν πρόλαβε. Ορθια, κολλημένη στη ρίζα της ελιάς, έφαγε τη ριπή στα μούτρα. Τα μυαλά της απλώθηκαν στον κορμό και το σώμα της σωριάστηκε άψυχο στο χώμα …

Πιτσιρίκι τότε, δε θα ξεχάσω ποτέ αυτές τις στιγμές, αυτές τις ώρες της αγωνίας και του θανάτου. Οταν ησύχασαν κάπως να μας χτυπούν, δυο άντρες πήγαν να βρουν την πληγωμένη γυναίκα. Ηταν αργά … Συρτοί, από χαντάκι σε χαντάκι, φτάσαμε στον υπόνομο του αμαξιτού που πήγαινε στ’ άλλα χωριά. Περάσαμε τη μέρα μας μέσα σ’ αυτόν, οι γυναίκες του χωριού μιλούσαν για Δευτέρα Παρουσία, για τις σιδερένιες ακρίδες της Αποκάλυψης που θα θέριζαν τον κόσμο πριν από το τέλος του … Ξεθαρρεμένοι από την ησυχία της νύχτας, πιάσαμε τα ριζοβούνια, βγήκαμε σε μια κορφή, σ’ ένα σπηλιάρι πάνω απ’ το Καστέλι, όπου βρήκαμε συγκεντρωμένους κι άλλους από τα γύρω χωριά. Μείναμε εννιά μέρες εκεί, όσο κι η Μάχη της Κρήτης. Δε θα ξεχάσω την αλληλεγγύη όλων. Αλλά και το πνεύμα της καρτερίας και το ηθικό μας που δεν άργησε να μας ξαναβρεί. Και τ’ αστεία και τ’ ανέκδοτα που έκαναν το γύρο της παρέας τα βράδια, για να διασκεδάσουν τις ανησυχίες μας. Από κει είδαμε κι όλη τη μάχη του Καστελιού. Οπου οι δικοί μας χωριανοί, αφού αποδεκάτισαν και κύκλωσαν τους Γερμανούς, έπιασαν τους επιζώντες και τους έκλεισαν στις φυλακές του. Δεν άργησαν όμως τα στούκας να κάνουν στάχτη την κισσαμίτικη αυτή πρωτεύουσα και ν’ αναγκάσουν τους δικούς μας να παραδοθούν. Τα σπίτια με τις άσπρες σημαίες, μέσα στις φλόγες και τους καπνούς ενός ανηλεούς βομβαρδισμού, όπως τα έβλεπα από ψηλά, θα μου μείνουν κι αυτά αξέχαστα για πάντα …

Πέρασε πάνω από μήνας για να πάμε στα Χανιά, να δούμε τι απόγινε το σπίτι μας. Περνώντας, με το κάρο, από την παλιά, ιστορική και εγκαταλειμμένη σήμερα, γέφυρα του Ταυρωνίτη, θέατρο πεισματικών μαχών ανάμεσα σε Γερμανούς αλεξιπτωτιστές και Νεοζηλανδούς, βλέπαμε έκθαμβοι τους τεράστιους σωρούς από τα ξεσχισμένα, μεταλλικά κορμιά των γερμανικών αεροπλάνων πούχαν καταστραφεί πάνω στ’ αεροδρόμιο. Κι από την άλλη πλευρά του δρόμου, όλη η πλαγιά ήταν σκεπασμένη με τους άσπρους γερμανικούς σταυρούς του πρόχειρου νεκροταφείου τους …

Σήμερα, κλείνουν εξήντα χρόνια από τότε. Πότε θα σταματήσουν οι λαοί, να σφάζονται μεταξύ τους για τα συμφέροντα των λίγων ;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: