Ο … χωροφύλακας

c00061.gif

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2000, πέντε η ώρα τ’ απόγεμα. Ο καύσωνας έχει σηκώσει πάλι κεφάλι σπρώχνοντας φουριόζος το θερμόμετρο με σαράντα δύο υπό σκιά στην Αθήνα κι οι άλλοτε πολύβουοι συνοικιακοί δρόμοι της έγιναν πάλι μια απέραντη κι ακατοίκητη τσιμεντένια ερημιά. Τέτοιες ώρες, πρέπει νάχεις την κουζουλάδα στο αίμα σου για να προτιμήσεις μια βόλτα στους δρόμους, από τη συσκευή κλιματισμού που σε δηλητηριάζει, μπαμπέσικα, σπίτι σου. Φαίνεται πάντως πως εγώ την είχα γιατί, εκεί που χάζευα έκθαμβος, μπροστά στη μικρή οθόνη, τη φωτιά που έκαιγε τα σπίτια των ανθρώπων στον Κάλαμο, εκεί που αναπολούσα την καταστροφή της Σάμου, εκεί που μ’ έπνιγαν οι μαύροι καπνοί από τη Μαλακάσα και τον Ωρωπό, εκεί που έβλεπα, αθέλητα, τις χιλιάδες τα γυμνά αποκαΐδια των δέντρων μας να γίνονται ισάριθμα άψυχα σιδερένια γεωτρύπανα, εκεί που φανταζόμουν τον κόσμο που πάλευε με τη φωτιά να μεταβάλλεται σε μουτζουρωμένους, κατάμαυρους εργάτες από κάτι μαύρα πετρέλαια, καθώς έβγαιναν από τα σπλάχνα της καμένης μας γης, ένοιωσα ξαφνικά τα σωθικά μου να καίγονται κι εκείνα από την ίδια πύρινη λαίλαπα που σιγοτρώει, χρόνια τώρα, μεθοδικά κι αμείλικτα, το λιγοστό πια οξυγόνο που μας απόμεινε.

horse_div.gif

Δεν μπορούσα να μείνω άλλο μέσα. Η εσωτερική τεχνητή δροσιά, μ’ έκανε ν’ αψηφήσω, ο άμυαλος, το καζάνι της κόλασης που έβραζε έξω από την πόρτα μου. Ετσι όπως είχα έρθει μόλις το πρωί απ’ το χωριό, με το καλοκαιρινό πανταλόνι γυρισμένο ψαράδικα, με το λουλουδιστό πουκάμισο ριχτό ανέμελα στους ώμους, με τις σαγιονάρες περασμένες στα πόδια, πετάγομαι στο δρόμο να δω λίγο κόσμο, να πειστώ πως τίποτε δεν άλλαξε, πως το καταφύγιό μου, η γειτονιά μου, τα γνωστά μου στενά δεν έχουν πιάσει φωτιά, πως έμειναν ίδια κι απαράλλαχτα όπως ήταν πάντα, πως οι γνωστές φυσιογνωμίες ήταν πάντα εκεί να μου πουν μια καλημέρα …

Κλείνω την πόρτα πίσω μου, πετάγομαι στο περίπτερο για τσιγάρα. Κλειστό .. Δεν πειράζει, λεω μέσα μου, θα με κεράσει κάποιος στο καφενείο. Πάω μέχρι το πρώτο, έτσι στην τύχη, ένα χαρτί κολλημένο στην πόρτα έγραφε : «κλειστό από 10/7 μέχρι 16/8» … Η ζέστη αρχίζει να βαραίνει. Κάνω έτσι στον κεντρικό δρόμο, τα μαγαζιά κλειστά. Θάναι νωρίς συλλογίζομαι, δεν άνοιξαν ακόμη, ας κάνω μια βόλτα περιμένοντας … Τα χαρτιά «κλειστό λόγω διακοπών» στις πόρτες, δεν αργούν να με βάλουν στο νόημα. Πάω σ’ άλλο καφενείο, τα ίδια … Ωσπου, τελικά, σ’ ένα στενάκι, βλέπω έναν γνωστό μου καφετζή να περιποιείται το πενιχρό δείγμα περικοκλάδας πούχε βολέψει σε μια γλαστρούλα τόση δα, μπροστά στον καφενέ του. Κοντός, ξερακιανός, ψαρομάλλης, με το στεγνό χωρίς έκφραση πρόσωπο, παλιός χωροφύλακας, τον θυμάμαι χρόνια να περνά τις ώρες του παίζοντας χαρτιά στα γύρω καφενεία. Ωσπου, κάποια στιγμή, τον είδαμε αφεντικό σε παλιό καφενείο της γειτονιάς. Η αλήθεια είναι, πως τούδωσε ζωή κείνου του γεροντομπασμένου μαγαζιού κάτω απ’ τη βαθιά στοά, με τον ήλιο που δεν έμπαινε να διώξει την υγρασία που σου περόνιαζε τα κόκαλα τις κρύες μέρες του χειμώνα. Αλλαξε την επίπλωση, κρέμασε στολίδια στους τοίχους που παρίσταναν κάτι σκύλους να κλέβουν στα χαρτιά και, από κάτω, έβαλε κι από κείνα τα στρογγυλά τραπέζια με την πράσινη τσόχα, που τόσο εκτιμούν οι θιασώτες αυτού του εθνικού μας σπορ … Δεν ήθελε και πολύ, το μαγαζί άρχισε να γεμίζει, η υγρασία δεν ενοχλούσε πια κανέναν από τους σιωπηλούς θαμώνες που κάθονταν κυκλικά γύρω τους …

horse_div.gif

Η ώρα είχε παει πεντέμισι, το καφενείο μόλις που είχε ανοίξει. Κανείς πελάτης δεν είχε ακόμη ξεπροβάλει τη μύτη του. Εγώ κι ο καφετζής, ήμασταν οι μόνοι μέσα στον έρημο δρόμο. Μέσα στη λάβρα που μούκαιγε τα σωθικά και πύρωνε το τσιμέντο μέχρι που να μη δέχεται χέρι απάνω του, μισή ώρα μακριά απ’ το σπίτι που άφησα τόσο επιπόλαια, το σπάνιο αυτό καφενείο και τ’ αφεντικό του φάνταζαν σαν η μόνη δροσερή όαση στη μέση του καύσωνα και της πυρκαγιάς που έδερναν το ντουνιά κείνη την ώρα. Ολες μου οι σκέψεις είχαν συμπυκνωθεί σε μια και μόνο : ένα ποτήρι παγωμένο νερό ! Πέφτω σε μια καρέκλα, παραγγέλνω έναν καφέ μ’ ένα ποτήρι παγωμένο νερό. Ο καφετζής, που με ξέρει απ’ το χειμώνα, με κοιτάζει περίεργα. Του ξαναλέω την παραγγελία μου επιμένοντας στο ποτήρι με το παγωμένο νερό, τόσο πολύ το είχα ανάγκη. Το βλέμμα του καφετζή μου με καρφώνει τόσο αυστηρά που, παρά τη δυσαναλογία του αναστήματος, ένοιωσα για μια στιγμή μικρότερος κι από κείνον. «Εννοείται !», με κεραυνοβολεί κι αποσύρεται για να με σερβίρει …

horse_div.gif

Παρά την απουσία άλλων πελατών, ο καφές με το νερό αργούν νάρθουν. Με το που περιμένω, νάσου και κάτι λιγοστοί πελάτες απ’ αυτούς που δεν είχαν ακόμη ακολουθήσει τα κύματα των προσφύγων του καύσωνα, νάρχονται σιγά – σιγά και να παραγγέλνουν τον καφέ τους … Ερχεται ο δικός μου, πέφτω στο ποτήρι με το νερό που, όμως, δυστυχία μου, ήταν από … τη βρύση ! Νάτα μας πάλι η ΔΕΗ, συλλογίζομαι, θα κόπηκε το ρεύμα στα ψυγεία του ανθρώπου από την πολλή ζήτηση των κλιματιστικών … Κάθομαι λίγο να καπνίσω το τσιγάρο που με κέρασε ευγενικά ο διπλανός μου και … ω του θαύματος ! Ο καφετζής ξαναβγαίνει, μ’ ένα δισκάκι καφέδες και μια καταπαγωμένη κανάτα γεμάτη δροσερό νερό που μόλις είχε βγει απ’ το ψυγείο και σερβίρει το διπλανό τραπεζάκι ! Εκεί που τα μάτια μου είχαν κολλήσει με βουλιμία πάνω της, νάσου τον πάλι να ξαναβγαίνει με νέο δισκάκι και νέα παγωμένη κανάτα με νερό για το άλλο τραπέζι ! Είχα καταπιεί το μισό απ’ το δικό μου, το άλλο δεν πήγαινε κάτω το άτιμο, το λαρύγγι μου είχε δέσει κόμπο … Ετσι, δείχνοντας την παγωμένη κανάτα, του ζητώ άλλο ένα ποτήρι νερό αν έχει όμως από κείνο το παγωμένο. Η αντίδρασή του, με γαζώνει σαν πολυβόλο. «Τ’ είπες ;» μου λεει, «το ίδιο νερό είναι ! με διαψεύδεις ! πρόσεξε πως μιλάς ! αν δε σ’ αρέσει, σήκω φύγε !»

horse_div.gif

Μένω άναυδος ! Ομολογώ πως ποτέ μέχρι σήμερα δεν μου είχε δείξει τέτοια κρυφά ταλέντα ! Κάτω από τ’ αγέλαστο προσωπείο του, τον έβλεπα πάντα να μου σερβίρει έναν καφέ, να συμμετέχει ανέκφραστος σε κάποια από τις βλοσυρές παρέες των πράσινων τραπεζιών του, να κουτσοπίνει απαθής με μερικούς δικούς του, παλιούς συντρόφους των όπλων … Στην προσπάθειά μου να του εξηγήσω πως δεν θέλω να τον προσβάλω αλλά θα ήθελα μόνο ένα ποτήρι κρύο νερό, πως πρέπει να κάνουμε υπομονή όλοι γιατί ο καύσωνας δεν αστειεύεται, εκείνος το χαβά του. Αυτό το «πρόσεξε πως μιλάς ! με διαψεύδεις !» τόλεγε και το ξανάλεγε επιτακτικά, επιτιμητικά, απειλητικά, λες κι είχε κολλήσει σ’ αυτή τη φράση, λες κι όλες οι άλλες είχαν εξαφανιστεί, σαν μια τρομερή, βδελυρή κατηγορία εναντίον μου που έπρεπε να αποσείσω αν δεν ήθελα να υποστώ ποιος ξέρει τι συνέπειες ! Οι λιγοστοί θαμώνες, τον κοίταζαν με το στόμα ανοιχτό. Ο έμπορος της εποχής μας, είχε υποχωρήσει αναφανδόν μπροστά στον παλιό χωροφύλακα, που είχε μάθει μια ζωή να εμπνέει το φόβο και την άμεση υποχώρηση σ’ όποιον τολμούσε ν’ αμφισβητήσει τη δική του εκδοχή, όποια κι αν αυτή ήταν, λύνοντας έτσι άμεσα κι αποτελεσματικά υπέρ αυτού κάθε δύσκολη γι αυτόν κατάσταση …

Δεν τούκανα τη χάρη να υποχωρήσω, δεν είχα όμως ούτε το χρόνο, ούτε την όρεξη να κάνω μαθήματα αγωγής του πολίτη σ’ ένα παλαιολιθικό απολίθωμα που, δυστυχώς, ακόμη επιζεί. Σηκώθηκα, πλήρωσα τoν καφέ μου, τ’ άφησα κι ένα εκατοστάρι φιλοδώρημα …

Ιn vino veritas, έλεγαν οι αρχαίοι Λατίνοι για να δηλώσουν πόσο το ποτό του Διόνυσου μπορούσε να ξεσκεπάσει τον άνθρωπο κάτω απ’ το καθημερινό προσωπείο του. Παίρνοντας μακριά τα διψασμένα μου χείλη, μούρθε αυθόρμητα μια παράφραση προσαρμοσμένη στο κλίμα των καιρών : in caniculae veritasΤο βραδάκι, ξαναπήρα το βραδινό καράβι για το χωριό μου …

πρώτη δημοσίευση 30/08/2000

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: