Για λίγη ελπίδα ..

c00065.gif

Παρασκευή, 15 Ιουνίου. Στο καφενείο της γειτονιάς, μες το λιοπύρι της Αθήνας, στο ίδιο τραπεζάκι, κολλητά στον τοίχο, στην άκρη της αίθουσας, κάθουνται ο κυρ Θεόβουλος κι ο κυρ Πολύδωρος. Δυο απόμαχοι κι αχώριστοι φίλοι. Μαζί, αραδιάζουν πάνω από εκατόν ογδόντα χρόνια ζωής. Ο κυρ Θεόβουλος, πάνω από τα μισά. Τα υπόλοιπα, ο κυρ Πολύδωρος. Δυο περιπτώσεις, που δε σεβάστηκαν το βιολογικό κανόνα. Χήροι κι οι δυο πάνω από τριάντα χρόνια τώρα, προκαλούν το Χάροντα στο κάθε βήμα τους. Τα κοντάρια τους έχουν λυγίσει, τα γιαταγάνια τους ράγισαν, τα κορμιά τους γέμισαν από τις πληγές της μάχης. Κι όμως, μένουν εκεί. Ακλόνητοι κι ανίκητοι, με το ειρωνικό χαμόγελο της νίκης στην άκρη των χειλιών τους, κάθε φορά που κάποιος νιότερός τους υποκύπτει στ’ αρχαγγέλου το κονταροχτύπημα. Κι αν έχεις πατήσει και συ τα ογδόντα κι αν νοιώθεις τα πλήγματα της ζωής να σου σκεβρώνουν το κορμί, μην τύχει και τους πεις πως γέρασες. Για κείνους, είναι μεγάλη προσβολή. Γέροι, είναι μόνον εκείνοι. Μόνον εκείνοι έχουν την αξίωση να βλέπουν τον κόσμο από ψηλά. Το λένε και το απαιτούν σαν δική τους αποκλειστικότητα, σαν δικαίωμα αναφαίρετο και μοναδικό …

Το ραντεβού τους, στο καφενείο, είναι ιερό. Κάθε πρωί, στις ενιάμισι ακριβώς. Τίποτε δεν μπορεί να τους καθυστερήσει. Καμιά στενοχώρια, κανένα πρόβλημα. Εξ άλλου, όλ’ αυτά, τα λένε και παρηγορούνται μεταξύ τους στο καφενείο. Παλιοί εμπόροι κι οι δυο βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος και στα κουρασμένα τους μυαλά …

Για να φτάσουν ως εκεί, από τα διπλανά τους σπίτια, θέλει ο καθένας πάνω από μισάωρο. Κούτσα – κούτσα, με το ραβδί στην τρεμάμενη χέρα, με τα πρησμένα και πονεμένα πόδια που δεν αντέχουν άλλο να τους κρατάνε όρθιους έναν αιώνα τώρα, ψιλοκοσκινίζουν το ζάχαρο, τη χοληστερίνη και τ’ άλλα τριγλυκερίδια που τους βρήκαν στην τελευταία ανάλυση αίματος …

Ο κυρ Πολύδωρος, δεν έκαμε παιδιά. Μοναχικό χούφταλο στον απάνω κόσμο, βρήκε μια «φιλιπινέζα» που δέχτηκε να τον περιποιείται. Δηλαδή, τι δέχτηκε. Καλά που εκείνος είχε κάποιο κομπόδεμα στην άκρη. Της μεταβίβασε το σπίτι του, της τόκαμε καινούριο κι υποχωρεί συνεχώς στις απαιτήσεις της, με μόνο αντάλλαγμα την ελπίδα. Την ψευδαίσθηση πως ανήκει κάπου, πως δεν είναι μόνος κι έρημος, την ελπίδα μιας παρουσίας σε ώρα ανάγκης, που μπορεί νάναι κι η στερνή. Για να μην παει σαν το σκύλο στ’ αμπέλι, να μην αφήσει μιαν ώρα αρχύτερα την ψυχή του σε κάποιο από τα γνωστά μας «ευαγή» ιδρύματα. Γιατί από περιποίηση, άλλο τίποτε. Αυτός, μ’ όλα τα πάθη του, περιδιαβαίνει τρικλίζοντας τα μαγαζιά, ψωνίζει, μαγειρεύει, πλένει … Γι τον ίδιο, τη «φιλιπινέζα» κι όλη τη φαμίλια της. Που κουβάλησε απ’ τη μακρινή Μαδαγασκάρη, με τη βοήθεια των διατάξεων για τη «συνένωση των οικογενειών» … Γιατί, τόσο εκείνη όσο κι η οικογένεια, λείπουν όλη μέρα. Δουλεύουν, λεει, αλλού. Κάτι μακρινά ανίψια πούχαν αναλάβει να του φυλάξουν ότι περίσσευε απ’ το κομπόδεμα τον φιλοξενούσαν, στη χάση και στη φέξη, κάνα Σαββατοκύριακο στο εξοχικό τους. Ετσι, για να μην παραπονιέται πως δεν τον πρόσεχαν … Μέχρι που τούκοψαν κι αυτά την καλημέρα, όταν τους ζήτησε κάποιο ποσόν να καλμάρει τη «φιλιπινέζα» του. Που τον εκβίαζε για να ενισχύσει το γιο της. Που, με τη σειρά του, εκβίαζε τη μάνα, γιατί ήθελε, λεει, λεφτά ν’ ανοίξει σουβλατζίδικο …

Ο κυρ Θεόβουλος, έχει μια κόρη κι ένα γιο. Κι η μια κι ο άλλος, δεν τα πήγαν καλά στο γάμο τους. Η κόρη τρώγεται, σαράντα τώρα χρόνια με τον άντρα της, σαν τ’ άγρια θεριά. Επίμονα κι ακούραστα. Το μίσος της απέναντί του είναι καταχθόνιο, χαοτικό, αβυσσαλέο. Αν θες να τάχεις καλά μαζί της, πρέπει πρώτα να συμπαραταχτείς με το μίσος της. Αλλος δρόμος, δεν υπάρχει. Χρειάστηκες τη βοήθειά της ; Θα την εκμεταλλευτεί για να σε στρέψει κατά του μεγάλου εχθρού της. Δε δέχτηκες ; Θα σε χτυπήσει αδίστακτα εκεί που πονάς. Με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο. Με το που θα καταλάβεις από πού σούρθε, δε θα τολμάς πια ν’ ανοίξεις το στόμα σου. «Τα δανεικά στο φίλο σου και μάχη μην του πιάσεις» συνηθίζει να λεει, σαν παροιμία που συνοψίζει τη φιλοσοφία της … Ομως, παρ’ όλ’ αυτά, εκείνη δεν τον χώρισε τον άντρα της. Λες κι αυτό το μίσος, ήταν ο κρίκος που τους ένωσε μια ζωή. Μέχρι που θάλεγε κανείς πως η ελπίδα του άντρα της, έγκειται ακριβώς σ’ αυτό τ’ αλληλοφάγωμα με τη γυναίκα του. Πως αν λείψει αυτό, θα λείψει κι εκείνος. Ισως κι οι δυο τους …

Ο γιος πάλι, για να γλιτώσει, δυο φορές έχασε γυναίκα και παιδιά. Για να γλιτώσει, ο λόγος το λεει. Τριάντα χρόνια τώρα τόνε κυνηγούν στα δικαστήρια, του κατάσχεσαν το δυάρι του, δεν τον αφήνουν σε χλωρό κλαδί. Μέχρι που πάνε να του βγάλουν μια χαρά ενήλικο κοπέλι κουζουλό, για να πλερώνει στη μάνα διατροφή δια βίου. Οπότε, βέβαια, για «φιλιπινέζα» ούτε λόγος. Εβδομηντάρης σήμερα, ολομόναχος, έρημο κουτσάκι, ζητά και ξαναζητά από χρόνια να μείνει τουλάχιστον μαζί με τον πατέρα του. Μα η αδερφή του τόκοψε. Του λεει και του ξαναλέει πως, αν το κάμει, θα το μετανιώσει. Δεν του συγχωρεί ποτέ πως η μάνα τους όταν ήτανε κοπέλια, τον αγάπα, λεει, πιότερο από κείνη. Ετσι εκείνος περιφέρεται από νοίκι σε νοίκι, ψάχνοντας μάταια ν’ αποθέσει την ψευδαίσθηση της δικής του ελπίδας στη συμπόνια κάποιας άσχετης σπιτονοικοκυράς …

Ο κυρ Θεόβουλος, από μέρους του, έχει συνταχθεί απόλυτα με το μίσος της κόρης του. Σαν έρθει κουβέντα, είναι η μόνη στιγμή που το βάρος των χρόνων εξαφανίζεται από την πλάτη του. Ορθώνει το πολύπαθο σώμα του σαν εικοσάρης, αναστηλώνει τα βαρεμένα του βλέφαρα, τα μάτια του αστράφτουν φωτιές, το μπαστούνι πηγαινόρχεται σαν έμβολο ατμομηχανής και χτυπά μανιασμένα το τσιμεντένιο δάπεδο. Αλίμονο στο γιόκα του, αν τολμήσει κάποια πυροσβεστική προσπάθεια. Αν τολμήσει ακόμη και να χαιρετήσει τον γαμπρό του. Τον έφαγε η μαρμάγκα η μαύρη …

Κι έτσι, με το μίσος, αγοράζει κι ο κυρ Θεόβουλος την ελπίδα, που ο κυρ Πολύδωρος πλερώνει με το κομπόδεμα. Ο γιος του κυρ Θεόβουλου, είναι ο πιο άτυχος. Δεν διαθέτει ούτε κομπόδεμα, ούτε μίσος. Ολοι τους, ο καθένας όπως μπορεί, την έχουν αποθέσει, αυτονόητα, στη μυθική στυλοβάτιδα της εστίας. Την τροφό των πρώτων μας χρόνων, την παρηγοριά των τελευταίων. Την υπέρμαχο της ειρήνης, πολέμιο της δυστυχίας, μα και μισθοφόρο μαχητή των ταγμάτων εφόδου πρώτης γραμμής. Τη σημαιοφόρο ενός άλλου κόσμου εμποτισμένου με τη δική της ευαισθησία, αλλά συγχρόνως ζηλώτρια κάθε δραστηριότητας του σημερινού, ανδρικού. Τη δύναμη της αδυναμίας μας, την αδυναμία της δύναμής μας. Τη Γυναίκα …

πρώτη δημοσίευση 25/06/01

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: