Ο θάνατος της κερα – Μαρίας

c00065.gif

Η κυρά-Μαρία, παλιά δασκάλα, μας άφησε την Κυριακή στη νευρολογική κλινική. Την είχε πάει εκεί η κουνιάδα της, η κυρά-Τασία που, για να πούμε την αλήθεια, τη φρόντιζε πάρα πολύ. Αν δεν ήταν εκείνη, θα πήγαινε σαν το σκύλο στ’ αμπέλι στο τριάρι της πούμενε ολομόναχη, τώρα και τριάντα χρόνια, απ’ όταν πέθανε ο άντρας της, ο συνταγματάρχης. Κι όπως κατάντησε να της γίνει μόνιμη φοβία η απομόνωση, τόχε ρίξει και στ’ αγιωτικά κι είχε αμπαρώσει και την πόρτα με κάτι σιδεριές κι εικονίσματα για να ξορκίσει τα δαιμόνια, όλο και κάτι γειτόνισσες τη διπλάρωναν να τη γητέψουν κι όλο η κυρά-Μαρία έχανε πότε τα χρυσαφικά της, πότε τη σύνταξη που μόλις της είχε φέρει ο ταχυδρόμος, πότε τη μπουγάδα πούρχονταν να της σιδερώσει η από κάτω. Κι όλο εκείνες της έλεγαν πως την τριγυρίζουν και την κλέβουν τα δαιμόνια, ώσπου η κυρά-Μαρία ζαλίστηκε τελείως, πασχίζοντας να βρει ποιο δαιμόνιο της πήρε τα κουλουράκια πούχε στο τραπέζι, ή από πού μπήκε τ’ άλλο που της ξάφρισε το τσουκάλι εκεί που μαγείρευε …

Τώρα, πώς τάμαθε όλ’ αυτά η κυρά-Τασία, πούχε να της μιλήσει μια ζωή γιατί έλεγε πως αυτή ήταν η αιτία που δεν τα πήγαινε καλά με τον άντρα της, μια και κείνος δεν μπορούσε να την πείσει να τους γράψει και κείνα τ’ αμπελοχώραφα του μερτικού της στην Κάτω Αταλάντη, μόνο η Αγία του Αιγάλεω μπορεί να μας το πει … Οχι βέβαια στην ίδια, Θεός φυλάξει, δεν ήθελε κείνη τέτοια πράματα, στα παιδιά της ας τάγραφε, τι θα τάκανε η μπαμπόγρια, μήτε παιδιά μήτε σκυλιά δεν είχε !

Οπως και νάχει το πράμα, απ’ όταν τάμαθε η κυρά-Τασία, δεν την άφησε από δίπλα της. Σε δέκα μέρες, το κάθε δαιμόνιο τάχε μαζέψει κι είχε μπει στη θέση του, η κυρά-Μαρία ξαναβρήκε τον εαυτό της σε νευρολογική κλινική όπου την είχαν στα όπα – όπα, το κομπόδεμα στην τράπεζα «για μια ώρα ανάγκης» άλλαξε χέρια μυστηριωδώς, τα έπιπλα ξεδιαλέχτηκαν και μετακόμισαν στο νέο, μεγάλο σπίτι, που νοίκιασε ο κανακάρης της κυρά-Τασίας … Το νοίκι, νο πρόμπλεμ, το πλήρωναν ανελλιπώς οι τρεις Αλβανοί με τους δυο Πακιστανούς, που διαδέχτηκαν την κυρά-Μαρία στο τριάρι της. Η κυρά-Τασία βρέθηκε, χωρίς να το καταλάβει, διαχειρίστρια στ’ αμπελοχώραφα της Κάτω Αταλάντης, ο κανακάρης της σταμάτησε να δουλεύει «κι ηύρε το μήνα που θρέφει τσ’ έντεκα» …

Ολα καλά και άγια, «γιατί να τα πάρουν οι ξένοι», έλεγε και ξανάλεγε η κυρά-Τασία κι όλοι επιδοκίμαζαν την αξιοσύνη και τη θυσία μιας ηρωικής μάνας για τα παιδιά της … Η κυρά-Μαρία, άλλωστε, περνούσε ζωή και κότα στη νευρολογική κλινική. Το πρωί, κοντίνενταλ μπρέκφαστ με το χαπάκι της στο κρεβάτι, το μεσημέρι πάπια Εύρου στο φούρνο με ανανά και ανθοδέσμη με το χαπάκι της, το βράδυ γεύμα ελαφρύ, χάπι και, εναλλάξ, «Τμήμα Ηθών» και “Cest la vie” στην τηλεόραση, για να κοιμηθεί νωρίς … Κι όλα αυτά με σέρβις στο δωμάτιό της παρακαλώ, ούτε στο Ξενία νάτανε, μια κι η κυρά-Μαρία δεν έβλεπε πια δυο μέτρα μπροστά της, απ’ τη στραβομάρα που την έδερνε με τα χάπια της …

Η κυρά-Τασία βρήκε επί τέλους ότι της έλλειπε στη ζωή π’ όλο φαγώνονταν με τον άντρα της και δεν τη χωρούσε το σπίτι. Ευτυχώς, τώρα, μπορούσε να μοιράζεται το άλλο με τον κανακάρη της, δυο μέρες εκείνη για επίδειξη, χαρτάκι και δεξιώσεις, τρεις ο γιος με την αρρεβωνιάρα, Σαββατοκύριακο ρεπό … Τόχε να το λεει και να καμαρώνεται η αρρεβωνιάρα το πόσο ωραία τα βόλευε με τον αρρεβωνιάρη της, που δεν είχε πια ανάγκη να δουλέψει … Βέβαια, αν ήθελε, εννοείται πως θάβρισκε αμέσως δουλειά, αλλά ποιος ο λόγος σας παρακαλώ ; Αργότερα, βλέπουμε … Και μ’ αυτά αποστόμωνε και κείνον τον κόπανο τον κουμπάρο του μπαμπάκα της, πούθελε να τη βάλει να παντρευτεί κι εκείνη όπως έβαλε και την κορούλα του και σήμερα της αναθρέφει εκείνος τον κόπελο …

Στους έξι μήνες, η κυρά-Μαρία πήγε από πνευμονική λοίμωξη, την αρρώστια της κατάκλισης. Αργησε, βέβαια, λιγάκι, αλλά έλα που δεν είχε πιάσει μήτε κρυολόγημα στη ζωή της … Η αλήθεια να λέγεται, η κυρά – Τασία διάκοψε αμέσως τις διακοπές που πέρναγε στις εγκαταστάσεις των αξιωματικών όπου είχε διαδεχτεί στα δικαιώματά της τη μεταστάσα κι έτρεξε να τακτοποιήσει τα της κηδείας με κάθε τυπικότητα. Δεν έλειψε τίποτε απ’ την κυρά – Μαρία. Νεκροφόρα, παπάς, τρισάγιο, κόλλυβα, τάφος στον Κόκκινο Μύλο, τα πάντα. Και μετά πάλι εννιάμερα, μέχρι και χτιστό τάφο της ταχτοποίησε, να μην της πάρει το ρέμα τα χώματα και μείνει ξέσκεπη …

Κανένα παράπονο η κυρά – Μαρία, εξ άλλου και νάχε, τι σχέση έχουν οι πεθαμένοι με τους ζωντανούς ; Μόνο που ο αδερφός της, δε δέχτηκε με κανένα τρόπο να πάει στην κηδεία της. Κλείστηκε με τη γάτα σ’ ένα δωμάτιο και δεν έβγαινε μήτε για κατούρημα. Ητανε να σκάσει η κυρά – Τασία, δεν έφτανε πούταν άτυχη με τον άντρα της μια ζωή, τώρα που τον πήρανε τα χρόνια της αποβλακώθηκε και κείνος και δεν ήξερε πια τι να τον κάνει … Κι εκεί που τα σκέφτονταν όλ’ αυτά στην ανακατωσούρα που τη βρήκε έτσι, αναπάντεχα, νάσου και τ’ αναθεματισμένο το τηλέφωνο, που χτυπά πάντα μόνο και μόνο για να σε ταράζει. Ο ιδιοκτήτης της κλινικής, ρώταγε αν έχει κάνα γνωστό για το 403 που τούμεινε άδειο κι είχε, λεει, δυσκολίες να πλερώσει το γραμμάτιο του εξοχικού, που τούληγε τέλος του μηνός ….

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: