Το Κελαδιώ

c00065.gif
Μικρή αφιέρωση στην εφετινή Ημέρα της (Ελληνίδας) Γυναίκας

Το Κελαδιώ, ήταν η γεροντοκόρη της γειτονιάς. Από οικογένεια καλοστεκούμενη και τζάκι αρχοντικό, απολάμβανε το σεβασμό και την απεριόριστη συμπάθεια της μικρής, επαρχιώτικης κοινωνίας μας. Πέντε παιδιά, τρεις κόρες και δυο γιους, ανάθρεψε η κυρά – Μαριγώ. Ο άντρας της, μεγαλέμπορας, ξέραμε πως είχε πεθάνει. Κανείς μας δεν τον γνώρισε. Ομως, η κυρά – Μαριγώ, κρατούσε το σπίτι της υποδειγματικά. Ηταν τύχη για μένα, μικρό παιδί, στα μαύρα χρόνια της Κατοχής, να με προσκαλέσει σπίτι της. Ανοιγαν τα ρουθούνια μου διάπλατα, να ρουφήξουν τις μυρουδιές απ’ τα μπαχαρικά της, οι αισθήσεις μου από μόνες τους χαλάρωναν σε μια ευτυχισμένη νωχέλεια, μέσα στη ζεστασιά του πεντακάθαρου σπιτικού της. Γούρλωνα τα μάτια μπροστά στα σπάνια μπακιρένια αντικείμενα, τις ανθισμένες γλάστρες πούχε σκόρπιες, με μοναδική μαεστρία, εδώ κι εκεί. Δε χόρταινα να χαζεύω τ’ αρχοντικά έπιπλα, τις πολυθρόνες από μπαμπού. Και, προπαντός, εκείνο το παλιό, ξύλινο, πάντα προσεκτικά κερωμένο ρολόι, πούπιανε ολόκληρη τη γωνιά του σαλονιού της. Και πήγαιναν τα μάτια μου δεξά – ζερβά, μαγεμένα από το εκκρεμές που έλαμπε, σαν την πανσέληνο, πίσω απ’ το τζάμι του. Με τον κουραμπιέ της κυρά – Μαριγώς στη χούφτα, περίμενα να δω πότε θ’ ανοίξει η πορτούλα, να πεταχτεί ο κόκορας να κράξει. Και ν’ ακολουθήσουν μετά οι χτύποι της καρδιάς του, τόσοι, όσες κι οι ώρες που πέρναγαν. Και που ακούγονταν, χωρίς ποτέ να χάσουν τον συγχρονισμό τους, σαν αναφορά στρατιωτικής φρουράς, κι απ’ το δικό μας το σπίτι.

Κάτω απ’ το σπίτι της κυρά – Μαριγώς, ήταν το καταφύγιο. Εκείνη και τα παιδιά της είχαν βάλει να το λαξέψουν μέσα στο μαλακό βράχο. Εκεί τρέχαμε, τα γύρω σπίτια, με τα πρώτα ουρλιάσματα της γερμανικής σειρήνας, που ειδοποιούσε για τις ταχτικές νυχτερινές επιθέσεις των συμμαχικών αεροπλάνων. Οπως και το σπίτι της, ήταν κι αυτό ένα πρότυπο νοικοκυροσύνης. Τ’ αγόρια της φρόντιζαν τις επισκευές, τα κορίτσια την καθαριότητα, τα χαλιά πάνω στα πεζούλια, τα κεριά και τα καντήλια πάντα έτοιμα στις θέσεις τους, το μικρό προσευχητάρι κάτω απ’ την εικόνα τ’ Αι – Νικόλα. Κι εκεί που, μέσα στη γενική συσκότιση, ο ουρανός άρχιζε να λάμπει ξαφνικά από τους προβολείς, τους πυρσούς, τα τροχιοδεικτικά, εκεί που η γης έτρεμε από τις εκρήξεις κι όλα έπαιρναν μιαν όψη τόσο απόκοσμη από τις πυρκαγιές στις γερμανικές εγκαταστάσεις, ακούγαμε από τους μεγαλύτερους τα νέα του πολέμου κι από τους γιους της κυρά – Μαριγώς τη δράση της δικής μας αντίστασης. Και παίρναμε κουράγιο, για τη λιγοστή πια ζωή του τυραννικού καταχτητή μας.

Κι ήρθε η απελευθέρωση …

Τη δυστυχία του πολέμου και της κατοχής, δεν άργησε ν’ ακολουθήσει η ευφορία των αγαθών της ελευθερίας. Νέα προϊόντα μας έρχονταν στη μικρή, επαρχιακή κι άμαθη πολιτεία μας. Το ραδιόφωνο, το ηλεκτρικό ψυγείο, το φλερτ, τα πάρτι κι ο συρμός, σιγά – σιγά, έδιναν κι έπαιρναν. Τα παραδοσιακά ήθη κι έθιμα υποχωρούσαν συνεχώς μπροστά στην ευτυχία που υπόσχονταν ένας άλλος τρόπος ζωής. Η μεγάλη κόρη, η πρωτότοκη της κυρά Μαριγώς, είχε προλάβει να παντρευτεί. Τις δυο άλλες, πιστές στην αρχοντιά της ανατροφής τους, άρχισαν να τις παίρνουν τα χρόνια. Τα πράματα άλλαζαν. Οι παρακατιανές της γειτονιάς, οι «ξεβγαλμένες» όπως τις έλεγαν, αυτές που δεν κρατούσαν κρυφό «τι χρώμα έχει το βρακί τους», πούχαν τις περισσότερες πιθανότητες να μείνουν «στο ράφι» σύμφωνα με τα ριζωμένα τοπικά έθιμα, άρχισαν να τις παίρνουν στο ψιλό. Οι περισσότερες απ’ αυτές, πήραν κάποιον από τα δικά μας και τα ξένα στρατά που αντικατάστησαν τα γερμανικά, κι έφυγαν να βρουν την ευτυχία τους σε ξένους τόπους. Τ’ αγόρια της κυρά – Μαριγώς, αναθρεμμένα κι αυτά αλλιώς, δεν μπορούσαν να πάρουν σειρά για να φτιάξουν δική τους οικογένεια. Επρεπε να προηγηθούν οι αδελφές …

Τα χρόνια περνούσαν …

Η κυρά – Μαριγώ, γέρασε. Γλίστρησε, μέσα στο σπίτι της, έπεσε στο κρεβάτι, δεν ξανασηκώθηκε. Ενας – ένας και μια – μια, τα παιδιά της τάφαγε κι αυτά η μιζέρια, η γκρίνια κι η δυστυχία του μαρασμού. Τελευταία, έμεινε η μικρότερη, το Κελαδιώ. Μέχρι το τέλος, έσυρε μαζί της την αξιοπρέπεια της χαμένης ζωής της. Δεν παραπονέθηκε ποτέ. Δεν θα ξεχάσω το φακό και το κεράκι με τα σπίρτα πούχε στην τσάντα της όταν, γριά πια, προσπαθούσε να ξεχάσει τη μοναξιά της σε κάποιο γειτονικό σπίτι. Απ’ αυτά που, παλιότερα, δεν θα καταδεχόταν ούτε στ’ όνειρό της να επισκεφτεί. Είχε το κεράκι για ν’ αντικαταστήσει το φακό σε περίπτωση βλάβης. Και το φακό, για πιθανή βλάβη του ηλεκτρικού …

Το σπίτι της κυρά – Μαριγώς, ερήμωσε. Επεσαν τοίχοι και στέγη πάνω στα λείψανα ενός κόσμου που έφευγε. Κανείς δεν την θυμήθηκε προχθές, στη φετινή Ημέρα της Γυναίκας. Ούτε κείνη, ούτε τα παιδιά της. Νάναι, άραγε, πολύ, που τη θυμήθηκα εγώ ;

ΥΓ. Πάει καιρός που πήρα ένα ανέλπιστο τηλεφώνημα. Ενα τηλεφώνημα που δεν θα περίμενα ποτέ. Από μια κυρία πούχε τόσα χρόνια χαθεί και που υπήρξε ένα παιδικό μου φλερτ. Είχε επιστρέψει, λεει, από την Αμερική, όπου είχε αναζητήσει την ευτυχία την εποχή εκείνη … Δεν άργησε, λεει, να χωρίσει από τον τότε αμερικάνο της καρδιάς της. Περιπλανήθηκε χρόνια εκεί, γνώρισε δυσκολίες, προβλήματα, φτώχεια. Δεν μου είπε αν είχε αποκτήσει παιδιά. Σήμερα, απόμαχος μιας ζωής που δεν της έδωσε ότι περίμενε, ξεφυλλίζει τα παλιά της κιτάπια προσπαθώντας να ξαναζεστάνει παλιές, χαμένες για πάντα, αγάπες και όνειρα …
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: