Ο γύφτος

c00065.gif
Τετάρτη, 10 Μαίου 2000, ώρα 13.30 περίπου. Μετά από διάφορα τρεξίματα πάνω κάτω στην Αχαρνών για να δω πώς θα μπορέσω να πληρώσω τη μισή μασέλα που μούλειπε, καταλήγω στου «Γιάννη», με σκοπό να φαω κάνα σπανακόρυζο για μεσημέρι. Κόσμος λιγοστός. Πεντέξι μοναχικοί, βυθισμένοι σιωπηλοί στο πιάτο τους, κάθονται σε χωριστά και μακρινά τραπέζια, λες και φοβούνται μην κολλήσουν απ’ τον άλλο την αποτρόπαιη αρρώστια του. Ζέστη. Κουρασμένος, με τα πόδια κομμένα, κοιτάζω γύρω μου. Το μάτι μου παίζει από τραπέζι σε τραπέζι, ψάχνοντας ασυναίσθητα στα βλέμματα των μοναχικών θαμώνων κάποια φιλική πρόσκληση. Δώδεκα χρόνια μοναχός, δεν κατάφερα ακόμη να συνηθίσω στην ιδέα πως πρέπει να κάτσω πάλι στο τραπέζι μόνος. Τα σήματα των ματιών που παίρνω, πάνε από την αδιαφορία και την έκπληξη, μέχρι την υποψία και την εχθρότητα. Ετσι, αναγκάζομαι ν’αλλάξω το αντικείμενο της αναζήτησής μου. Δεν ψάχνω πια για φιλικά βλέμματα αλλά για μοναχικά τραπέζια και πέφτω σα σακί σ’ένα απ’ αυτά. Χωρίς να το θέλω, το διάλεξα με τρόπο που να με χωρίζει απ’ τους άλλους θαμώνες ένας «τοίχος ασφαλείας» πολλών άδειων τραπεζιών …

Δεν ήμουνα, βέβαια, η εξαίρεση. Δέκα μοναχικοί, με τον ίδιο τρόπο διασπαρμένοι, γεμίζαμε σχεδόν ολόκληρο το μεγάλο μαγαζί που λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο. Μια χαζή σκέψη περνά απ’το μυαλό μου. Πόσα χιλιόμετρα, άραγε, να κάνουν οι σερβιτόροι στη βάρδια τους ; Πόσο να κοστίζει η σπατάλη στο πλύσιμο τόσων τραπεζομάντιλων, για τόσο λίγους πελάτες ; Και άλλα τέτοια χαζά … Ενα ζευγάρι, πιασμένο χέρι – χέρι, περνά το κατώφλι, διαλέγει εύκολα ένα σκοτεινό τραπέζι σε μια απόμερη γωνιά του μαγαζιού και βυθίζεται, σιωπηλά, πρόσωπο με πρόσωπο, στη μελέτη του καταλόγου των εδεσμάτων. Να, σκέφτομαι, που η απομόνωση, έχει και τα καλά της …

Αρχισα να προσαρμόζομαι στο κλίμα. Εξ άλλου η μοναξιά, είναι πια για μένα εύκολη υπόθεση. Μια ρουτίνα που έχει και τα καλά της και που άρχισα πάλι να φέρνω μηχανικά στο νου μου, όπως κάνω πάντα, για να διώξω αυτές τις σαχλές σκέψεις που επιμένουν να πλημμυρίζουν ένα μυαλό που δε σκέφτεται ορθολογικά, δημιουργικά … Δεν έχεις την ησυχία σου ; ρωτούσα τον εαυτό μου. Μήπως δίνεις λογαριασμό σε κανένα ; Τρως όποτε θες, κοιμάσαι και ξυπνάς όποτε θες, κάνεις ότι σου αρέσει χωρίς να χρειάζεσαι τη συμφωνία κανενός. Γιατί κατηγορείς τους άλλους θαμώνες γύρω σου ; Στο τέλος – τέλος δεν είναι αυτή μια στάση ζωής ; Είσαι αξιοπρεπής, κρατιέσαι στο ύψος σου. Δεν εξαρτάσαι από κανέναν. Ακόμα και το εστιατόριο το διάλεξες στα μέτρα σου. Ομολόγησε πως πολλοί θα σε ζήλευαν. Τι σου λείπει ; Τίποτε. Ποιος σ’ ενοχλεί ; Κανείς.

Κανείς … Εκτός από κείνη την παρέα των μαυριδερών, πολύχρωμων γύφτων που κάθονται αριστερά στην είσοδο … Κείνη την παράταιρη κι αντιπαθητική παρέα, καμιά δωδεκαριά άτομα, άντρες γυναίκες και τρία μικρά, μυξιάρικα – έτσι τουλάχιστον τάβλεπα – και αεικίνητα πίκουλα που κατέβηκαν από τη λαϊκή του πάνω δρόμου. Είχαν ενώσει τέσσερα τραπέζια, τάχαν γεμίσει με φαγητά και ποτά κάθε λογής κι έτρωγαν ήσυχα, κουβεντιάζοντας μεταξύ τους σ’ εκείνη την ακατάληπτη γλώσσα τους. Τι ζητάνε αυτοί εδώ ; άρχισα να σκέφτομαι. Τα εθνικά, καθαρόαιμα αισθήματά μου άρχισαν ν’ ανεβαίνουν στην επιφάνεια και, σιγά – σιγά, τάνοιωθα να με πνίγουν στο λαιμό. Τι θράσος ! Γιατί δεν μιλούν σαν όλους εμάς ; Από πότε έχουν να πλυθούν ; Πως τους επιτρέπουν ν’ ανακατεύονται μαζί μας ; Γιατί δεν ζητά κανείς να φωνάξουν το 100, να τους διώξει από δω ; Τέτοια …

Από τη διάταξη στο τραπέζι, δεν άργησα να καταλάβω πως επρόκειτο για μια οικογένεια. Ο σαρανταπεντάχρονος άντρας στο κεφαλοτράπεζο, με το μαυριδερό πρόσωπο, φαινόταν ο γενάρχης. Δεξιά του, μια τσιγγάνα – η γυναίκα του – με το πολύχρωμο μακρύ φουστάνι της και το κεφαλομάντηλο με τα κρόσσια, δεν σταματούσε να τον περιποιείται. Στις δυο πλευρές των τραπεζιών, ολόγυρα, νέοι άντρες μελαψοί, παιδιά κι εγγόνια, εναλλασσόμενοι με νεαρές γύφτισσες ντυμένες κι αυτές ανάλογα, φρόντιζαν να περιποιούνται ο ένας κι η μια τον άλλο, να προσφέρουν και να δέχονται τα κεράσματα των συντρόφων τους. Και μια λεπτομέρεια που μούκανε έκπληξη αν και δεν τολμούσα να την ομολογήσω ανοιχτά στον εαυτό μου : εκτός από τις συζητήσεις μεταξύ τους, τα γέλια και τα τσουγκρίσματα, δεν έκαναν τη φασαρία που, ενδόμυχα, θεωρούσα αναπόσπαστη από τη φύση τους. Τα μικρά τους, σχεδόν δεν ακούγονταν …

Εφαγαν, ήπιαν, μοίρασαν μεταξύ τους ακόμη μια μέρα στο δικό τους κόσμο … Τι αντίθεση μ’ όλους εμάς τους μοναχικούς κι αξιοπρεπείς θαμώνες … Ο σαρανταπεντάρης γενάρχης σηκώθηκε, πλήρωσε το λογαριασμό για όλους, άφησε κι ένα γενναίο φιλοδώρημα …

Δεν μπορούσα πια να τους βλέπω. Φώναξα τον σερβιτόρο, πλήρωσα το λογαριασμό μου, βγήκα έξω πριν απ’ αυτούς, πήρα την ανηφόρα για το σπίτι μου … Τέσσερις άσπροι τοίχοι με περίμεναν, να μοιράσουν μαζί μου την αξιοπρεπή, μοναχική τους ύπαρξη. Να φιλοξενήσουν ακόμη μια φορά, αμίλητοι, έναν καθαρόαιμο εκπρόσωπο μεγάλου μέρους της σημερινής κοινωνίας μας … Θέ μου, γιατί δε μ’ έκαμες γύφτο ;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: