Το Ονειρο

c00065.gif

1943… Μαύρη κατοχή. Στα Δερβενοχώρια, η αντίσταση δε λυγίζει. Λίγοι γενναίοι, δεν αφήνουν το Γερμανό καταχτητή να πιστέψει πως υπόταξε την ελληνική ψυχή. Στις 16 Οκτωβρίου ο καταχτητής, αποφασίζει να βάλει τέρμα σ’ αυτή την αυθάδεια. Μια μηχανοκίνητη φάλαγγα ξεκινά από την Ελευσίνα, για να διαλύσει έναν αστείο μύθο. Τρία παιδιά, τρία τσοπανόπουλα που έπιασαν στο δρόμο, τα βάζουν μπροστάντζα, ανθρώπινη ασπίδα, για να κλονίσουν τον πατριωτισμό εκείνων που τους περιμένουν. Το ένα, είναι ο γιος του ανυπόταχτου καπετάνιου που παρακολουθεί, με τους λίγους δικούς του, την προέλαση της φάλαγγας από το κοντινό ύψωμα. Το άλλο, ο γιος του αδερφού του, πούναι δίπλα του. Το τρίτο, ένα ορφανό χωριατόπουλο. Ο καπετάνιος περιμένει. Η απόσταση, δεν τον αφήνει να διακρίνει καθαρά. Στα 50 – 60 μέτρα, τα βλέπει όλα. Παγώνει. Τρομερά διλήμματα των τρωνε, ώσπου, η φωνή της αδικίας και της πατρίδας του, γίνεται δυνατότερη από τη φωνή του πατέρα. Πυρ ! Κι ένας καταιγισμός φωθιάς αποδεκατίζει σε λίγο τη γερμανική φάλαγγα … Τα τρία παιδιά, 14 – 15 χρόνων, κείτονται κι αυτά, νεκρά, ανάμεσα στα κουφάρια των Γερμανών.

Την ιστορία, την άκουσα την Πέμπτη, 11 Μαίου 2000, από το Μανώλη Γλέζο, στην εκπομπή του Σ. Καρατζαφέρη στο Α5. Ελεγαν, με μια παρέα, για την ελπίδα τους να αναστηθεί και πάλι η εθνική και πατριωτική μας συνείδηση, μετά τα όσα έχει πάθει στην εποχή που ζούμε, για ν’αντιμετωπίσει τους κινδύνους που διατρέχει ο ελληνισμός, σήμερα. Είπαν για το «ελληνικό θαύμα» που, σε κρίσιμες πάλι εποχές, ταρακούνησε τη νεολαία, ξύπνησε τον κοιμισμένο Ελληνα κι έσωσε την πατρίδα μας από τον αφελληνισμό. Μίλησαν για το ’40, τότε που, μετά τον τορπιλισμό της «Ελλης» η νεολαία κατέβηκε στο Σύνταγμα φωνάζοντας : δώστε μας όπλα ! Μίλησαν για το Πολυτεχνείο, που δεν είναι και τόσο μακριά …

Τη διηγήθηκα σε μια συγκέντρωση από νέους (και νέες), φτασμένους αθρώπους της κοινωνίας μας και τους ρώτησα αν αυτοί πιστεύουν, σήμερα, στην ελληνική, πατριωτική συνείδηση. Α, μου λένε, αυτά είναι φασιστικά πράματα, είναι συνώνυμα με το ρατσισμό ! Μούκαμαν μια κουβέντα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, μούφεραν παράδειγμα τις κατατρεγμένες μειονότητες, τους φουκαράδες οικονομικούς λαθρομετανάστες, το φυλετικό ρατσισμό κατά των γυναικών, την ανισότητα στη δουλειά, την οικογένεια και τη διαχείριση των δημόσιων πραγμάτων, ανάμεσα σ’άντρες και γυναίκες. Μου μίλησαν για τη σεξουαλική βία των πατεράδων κατά των ανήλικων παιδιών τους. Μούπαν για τους άντρες – αφέντες που δέρνουν τις γυναίκες τους κι αναγκάζουν τ’ ανήλικα παιδιά τους να δουλεύουν στα χωράφια αντί να τα στέλνουν στο σχολειό. Με περισσή φρίκη μου μίλησαν ακόμη και για τον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων των μικρών κοριτσιών στην Ινδία … Στην αναμμένη συζήτηση, μερικοί (και, προπαντός, μερικές), άρχισαν ν’ αμφιβάλουν ακόμη και για την πατρική αγάπη του καπετάνιου της ιστορίας μου …

Μούπαν πολλά, με στρίμωξαν άγρια. Ησαν, βλέπεις, διαβασμένοι, ενημερωμένοι, οι πιο φωνακλάδες, μάλιστα, μαστεράκηδες από Αγγλία και Αμερική. Εφυγα με το κεφάλι σκυφτό, έχουν δίκιο, έλεγα μέσα μου, αυτοί ξέρουν καλύτερα, αυτός είναι ο εχθρός που πρέπει να πολεμήσουμε σήμερα, σηκώνοντας ψηλά τη σημαία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αυτό έχει σημασία …

Εφτασα στο σπίτι μετά τα μεσάνυχτα με θολωμένο το μυαλό, ήπια ένα ουίσκι να συνέλθω, όμως ζαλίστηκα κι έπεσα στο κρεβάτι μου. Ενας ύπνος, βαρύς σαν το μολύβι, ήρθε να σφραγίσει τα κουρασμένα μου βλέφαρα … Δεν ξέρω πόσο είχα κοιμηθεί, όταν πετάχτηκα απ’το κρεβάτι μου από ένα περίεργο κι εφιαλτικό όνειρο. Σε λίγα ίσως δευτερόλεπτα, είχα ζήσει πολλές, αλλόκοτες ιστορίες …

Σε μια απ’ αυτές, δεν ξέρω πως γινόταν, μα ήμουν, λεει, μια εβραιοπούλα, στον πόλεμο της Αλβανίας, εθελόντρια στα μετόπισθεν κι ήμουνα νύχτα, μαζί μ’ άλλες γυναίκες σ’ένα δωμάτιο … Στο θαμπό γυαλί της πόρτας ήταν ζωγραφισμένος ένας μεγάλος κόκκινος σταυρός, από κάτω έγραφε «Φανέλα του Στρατιώτη» κι εμείς πλέκαμε, πλέκαμε … Υστερα βρέθηκα αντάρτισσα στα βουνά, οι Γερμανοί μας κυνηγούσανε … Ο αδερφός μου είχε, λεει, πιαστεί, μούλεγαν να τα παρατήσω να τόνε λευτερώσουν, δε δέχτηκα, μου τον πέταξαν, λεει, σκοτωμένο στα πόδια μου … Η κεφαλή του ήτανε τυλιμένη μ’επιδέσμους, αίματα τρέχανε απ’το λαιμό του και, ξαφνικά, δεν ήταν πια ο αδερφός μου, ήταν ένα τεράστιο περιτομημένο, ματωμένο και τυλιγμένο μ’επιδέσμους πέος, που η εικόνα του εναλλάσσονταν διαρκώς με τις άλλες οπτασίες μου, ενώ γύρω μου χόρευαν και γλεντούσαν σα δαιμονισμένοι γυναίκες κι άντρες μ’άσπρα σκουφιά …

Και, ξαφνικά, ήμουνα πάλι άντρας, αγρότης, ο σκοτωμένος δεν ήταν πια ο αδερφός μου, ήταν γιος μου και καφασιδιάζαμε ντομάτες να τις πουλήσουμε, λεει, στη Γερμανία … Ηρθαν κάτι κυρίες, ξένες, καλοντυμένες, μιλούσαν σπασμένα ελληνικά, φώναζαν πως απαγορεύεται να δουλεύει το παιδί, να το στείλω στο σχολειό, να πάρω εργάτη .. Πήγα στην Αγροτική να πάρω, λεει, δάνειο να πληρώσω τον εργάτη, η διευθύντρια, μια κυρία κοντόσωμη, στα σαράντα, πολύ ευγενική, αμέσως μ’εξυπηρέτησε .. Γύρισα με τα λεφτά στο σπίτι, πήρα εργάτη, έστειλα το γιο μου στο σχολειό … Ηρθανε κάτι χοντροί εμπόροι, είδανε τις ντομάτες, καλές είναι μου λένε, μα φέτος δεν τις παίρνουμε, είναι ακριβές γιατί πήρες εργάτη … Kάμαμε συλλαλητήριο, μας δείρανε … Ηταν, λεει, ο νόμος … Κάτι συνδικαλιστές μας σφυρίζανε στ’αυτί : πάρτε Αλβανούς … Οι ντομάτες σάπισαν, σωροί τα καφάσια, μύγες και σφήκες μιλιούνια ολόγυρα, πήγε η γυναίκα να πάρει κονσέρβα ντομάτα απ’το μπακάλη για το φαί … Απάνω έγραφε : made in Germany …

Στο τραπέζι, ήρθανε και με πιάσανε, λεει, για το συλλαλητήριο. Mε πήγαιναν στα δικαστήρια, στο διάδρομο ένα μπουλούκι έσπρωχνε μπροστά έναν τύπο με χειροπέδες, εκείνος φώναζε πως είναι γιατρός, πως τον μισούν οι Ελληνες ρατσίστες γιατ’είναι ξένος, πως δεν έχει καμιά σχέση με μαστροπείες και ναρκωτικά … Πίσω του, μια κοπελίτσα δεκατριώ χρονώ, θεόγυμνη απ’τη μέση και κάτω, ξεβράκωτη, τραβούσε τα μαλλιά της και τον καταριόταν … Μπήκαμε σ’ένα δωμάτιο, μπροστά μου, σε πανύψηλους πάγκους, κάθουνταν τρεις γυναίκες, ψηλές, τεράστιες … Πάνω απ’το κεφάλι τους, στον άσπρο τοίχο, μια μικρή, τόση δα, εικόνα με το Χριστό … Φώναζαν όλες μαζί, μ’έδειχναν με το δάχτυλο, με κατηγορούσαν πως έβαλα χέρι στην κόρη μου, έκλαιγα, παρακαλούσα, η γυναίκα μου, δίπλα μου, κράταγε την κόρη μας μωρό στην αγκαλιά της, έκλαιγε κι αυτή, πλησίασαν κάτι τύποι με χαρτιά και τσάντες … Τις άνοιξαν, έβγαλαν δώρα και τάδιναν στη γυναίκα μου, την πήραν μακριά μαζί με το παιδί, έμεινα ολομόναχος … Eίναι ο νόμος, φώναζαν οι τρεις γυναίκες πάνω από τους πάγκους τους … Πνιγόμουν …

Ετσι, πνιμένος, πετάχτηκα απ’το κρεβάτι μου, το σεντόνι είχε δέσει κόμπο γύρω απ’το λαιμό μου, όρμηξα ν’ ανοίξω το παράθυρο, να πάρω μιαν ανάσα, να φωνάξω βοήθεια. Ο ήλιος με χτύπησε κατάμουτρα, ένα τσιμεντένιο βουνό, απέναντι, λες και πλησίαζε να πέσει απάνω μου, συνήλθα την ώρα που καβαλούσα το περβάζι να πέσω στο κενό. Γύρισα μέσα αργά, κοίταξα ο ρολόι. Η ώρα, ήταν δέκα το πρωί. Επεσα σε μια καρέκλα να ηρεμήσω, μια ικανοποίηση δυνάμωνε σιγά – σιγά μέσα μου. Ευτυχώς, σκεφτόμουνα, ήταν μόνο ένα κακό όνειρο. Μόνο που, για να πω την αλήθεια, τώρα που τα γράφω, δεν ξέρω πια πότε ονειρεύομαι και πότε είμαι ξυπνητός …


Χωρίς φαντασιώσεις, δεν υποφέρεται η δυστυχία …

Α. Καρκαγιάννης, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ΤΕ 04/07/01

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: